Σάββατο

το μυαλό σκέφτεται

Βαλτόνερα που σαπίζουν η φωνή μου
Αρχέγονα ερπετά  σούρνονται ανάμεσα στα μάτια και το στόμα μου 
Δεν μπορώ να μιλήσω πια 
Δεν μπορώ να αρθρώσω
Ήλιοι θαμποί σαν πάγοι πάνω μου να πετρώνουν κάθε ικμάδα ύπαρξης
Το μυαλό να σκέφτεται γαλάζια  θαλλασονερια και τα μάτια να μην μπορούν τα  δουν 
Μάρτυρας του λυγμού της 
Κάθομαι εδώ και σαπίζω σαν αρχαίο ναυάγιο σε βάλτο
Σαν σημύδα που ξαφνικά μια  άγρια νεροποντή την  
κατάκλυσε και την περιτριγύρισε με νερό
Το νερό σάπισε
 Μύρισε
 πρώτα μια ρίζα  που λιώνει στο βρομισμένο νερό
μετά ένα κλαρί που το τρων τα μυρμήγκια
πρώτα το ένα πόδι  ένα χέρι μετά
ίσως η γλώσσα 
το μυαλό σκέφτεται  βράχους που υψώνεται  αρχέγονοι όσο και να τους χτύπα ο αέρας
Κόσμε ο πάτος αρχίζει να σκιάζεται
Σαν φράγμα που τα ανοίγεις και ποτίζετε και το μικρότερο χωραφάκι
σιωπηλές κραυγές σαν ψίθυροι  ουρλιάζουν στο είναι 
Πιο βαθιά στην γκριζοπρασινη  λάσπη
Τα  μουλιασμένα μελή  τρεμουλιάζουν αρχίζουν να κινούνται
Ένας  ήχος  απ τα κρεμάμενα κλαδιά  ένα ήχος απ την ανάσα του άνεμου
 και τα παιδιά που που περπατούν τους δρόμους
οι ζωές μου 
θα λαχταρήσουν τις γραμμές

Δεν υπάρχουν σχόλια: