Σάββατο

Θέλω έναν φόβο να τρομάξει την ύπαρξη μου

στα σίγουρα χέρια
Στην όχθη 
Εκεί που δεν έρχεται η ορμή στα σίγουρα
εντάξει πόσο μπορείς να σε μισείς που δεν μπορείς να γλύψεις τα χείλια σου και  δροσιστείς 
εντάξει πόσο μπορείς να σε μισείς που δεν αντέχουν πια τα πλεμόνια σου να κολυμπάς στο αντίθετα στο ρεύμα 
πιες ένα τσίπουρο διπλα του 
  καθώς το βλέπεις να κυλαει χτυπώντας στους βράχους να αφρίζει είναι σαν παλεύεις μαζί του άσε το παρελθόν δεν είναι δικό σου λάθος 
η μέση τσάκισε
 τα δάκτυλα γυραν  πάνω απ την γόπα
  τα χείλια κόλησαν στο γυαλί 
μην το παλεύεις 
¨¨δεν έχεις ούτε γήρας ούτε νιότ稨 λέει ο Έλιοτ
Σακί ριγμένο στην όχθη λίγο ψηλά δεν τα αγγίζει το ρέμα 
Απλά η εταιρεία ηλεκτρισμού πρέπει να αφήσει λίγο ακόμη νερό  να τρέξει 
Ίσως ταξιδέψει ξανά 
Τώρα στην όχθη κοιτάτε σαν να το κουνά λίγο ο αέρας 
Ο αέρας 
Σαν ένα σφίξιμο που γεναει  μια ζωή 
Σαν μια σταγόνα  η δυο ,που πέφτουν από ψηλά και κάνουν τα  φύλλα της ερήμου να  πρασινίζουν για λίγο 
Θέλω έναν φόβο να τρομάξει την ύπαρξη μου 
Κατεβαίνω αθόρυβα τα σκαλιά το πρωί μήπως ο ταχυδρόμος έφερε κάτι συνταρακτικό
Προσπαθώ να παραδοθώ 
Λίγες κουβέντες  ουσιαστικές !!! για προβλήματα που υπάρχουν, ειδήσεις, τα χρήματα ,        
 το ενοίκιο 
Δεν γερναει ο άνθρωπος δεν ωριμάζει αυτός οι σκιές που τον σκεπάζουν γίνονται μεγαλύτερες
Άκου ένα τραγούδι  μάνα σ αναφέρω πρώτη φορά να ξέρεις εμένα δεν θα με σκεπάσουν σκιές 
Δεν ξέρω αν σε στεναχωράω 
Όπου και να είσαι το μωρό σου ποτέ δεν πρόκειται να γίνω 
Τον πατέρα το ξέχασα  δεν υπήρξε απλά
Και συ ένας καφές απόγευμα στον κήπο 
Για μένα ;;
Όχι για σένα 
Και γω ένα κείμενο που δεν γράφτηκε 
Ένα μάγουλο που δεν βράχηκε
Μια μαϊμού ανάμεσα στις τίγρεις
πόσο μπορεί να φοβόσαστε
 τα άγγιγμα 
αλήθεια φοβηθήκατε ποτέ 
το χτύπημα;;
ναι το χτύπημα καθώς σκας στον πάτο το σκέφτηκες ποτέ αυτό;;