Κυριακή

Χρειαζομαι εναν πιλοτο για τον παραδεισο!


ψίθυροι,
τριγυρναν στο ειναι μου
ελευθεροι καβαληρηδες στα τριχοηδη αγγεια του μυαλου μου
μπορεις να δεις καθως τρεχουν σε ενα μερος που το αιμα πηγενοερχεται ,με μεγαλη ταχυτα
ακολουθουν με δυναμη τη σκεψη
κι οταν δεν υπαρχει κατι
αυτοι τρεχουν με παθος και ανακαλυπτουν πηγες
θυμασαι την μικρη καιτουλα να χτυπιεται στους ντορς;;
θυμασαι το ονειρο να πας στο χονγκ κονγκ;;
θυμασαι τα προσεχε;;
πισω ερχετε η μαμα
νεκρωσιμη ακολουθεια
ατσαλινη ομπρελα στα χερια
απεκρουσε τα πυρωμενα βληματα
σιωπηλες κραυγες σαν ψυθιροι που ουρλιαζουν στο ειναι
ηχω
μυαλο σκεψι
ως ποτε;;
ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ ΕΝΑ ΠΙΛΟΤΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
Αποκαληψη
ειναι κοντα
ειναι γυρω
ειναι μεσα μου
διακεκομενοι ηχοι
σαν τα χτυπηματα της καρδιας
σημερα
αυριο
χθες
γυριζουν ψυθιροι ηχοι και χανωνται
κι η μοναξια μονη να σκεφτεται
γιατι ειμαι μονη ;;τα εχω ολα
εχω ανθρωπους να διαφεντευω εχω μυαλα να τιθασευω
γιατι ειμαι μονη;;
τα παιδια βγαινουν στους δρομους
σε μια διαπεραστικη κραυγη τρεμουλιαζουν χορευωντας
θα στεκεσαι μονη
θα σκεφτεσαι μονη
οταν ολοι γινουμε μια αγκαλια
οταν ολοι παθιαστουμε για το ιδιο πραγμα
οταν πουμε ναι τα πραγματα θα γινουν καλυτερα
οταν θεριεψουμε και γυρισουμε τα μυαλα μας στους ψιθυρους

Τρίτη

ξυπνημα;;;



Ξυπνησα
Ξυπνησα;
Ακινητος ,αφησα τα ματια να συνηθισουν τον χωρο
Ατμοσφαιρα
Κατι αναμεσα σε καπνο τσιγαρου που εμεινε αναμενο και καηκε μονο του και ομιχλη
Ομιχλη,μια ομιχλη με ονομα με υποσταση
Ανακαθησα στο κρεβατι ακουμπησα σιγα τα ποδια στο πατωμα απαλα σιγα λες φοβομουν μην βυθιστουν σ αυτο
Στην αρχη το μεγαλο δακτυλο ενιωσε την επαφη με το μαρμαρο
Αισθητηρες που ξαφνικα ξυπνουσαν και αυτοι ετοιμοι για αντιδραση εδωσαν διαταγη
Και η αισθηση του κρυου μαρμαρου ηρθε με ταχυτα στο μετωπιαιο λοβο και δροσισε το μυαλο
Μια ακτινα απ το σπασμενο κοματι στο πανζουρι ηρθε και εσκασε με δυναμη στα ματια μου ,τα εκλεισα ,το φως ομως εμπαινε τα εσφιξα πιο δυνατα
Τραβηχτηκα μα το φως εμενε
Λες και ηθελε να σπασει την αισθηση δροσιας που εδινε το μεγαλο δακτυλο
Σηκωθηκα
Πατησα γερα
Ο λαιμος μου ξερος εκανα να καταπιω αλλα αυτο σκετος αερας στεκοταν στον λαρυγκα δεν κατεβαινε δεν υπηρχε σαλιο λες και καποιος το βραδυ με στεγνωσε
Λιγο νερο θα πηγενα στην κουζινα ,λιγο νερο θα βοηθουσε
Δυο βηματα
Και μετα .
Κοματια πεταμενα στο πατωμα με κοβουν
Το μεγαλο δακτυλο αισθανεται κατι ζεστο να τρεχει απ την ακρη του και να κυλαει στην καμάρα,στην φτερνα
Γυαλι;
Καποιο ποτηρι;;
Σκυβω και πιανω ενα κοματι
Κατι αναμεσα σε κοκκινο βελουδο και γιαλι νοτισμενο απ τους υδρατμους
Το σηκωνω εχει μυρουδια
Μυριζω
Ψυχη;;;
Κοματια ψυχης;;;
Σπασμενα στο πατωμα;;;
Η δικη σου;;;
Κανω να βρω την δικη μου να την πιασω
Ξεχασα
την εχασα αυτην εδω και πολυ καιρο……………

Τετάρτη

Η Καταρα!!!

της συνεφιας του ηχους αγρικω
φτερα
μαλακα στην αρχη μονολογωντας την αληθεια
αποχρωσεις υστερα λες και τραβας τα μελη τους και αναδυκνειονται οι χάρες
μονο που δεν ειναι στασιμα νερα
απνοες λεξεις τις φτηνιας
αυτες αιρουνται παλονται
τρεχουν
και το μυρωμενο ρυακι της μοναξιας μου ανηκει
στο τελος αυτο που μενει ειναι να χτυπαω στις πετρες
καθως κυλαω σαν ηχος που η ηχός του χανεται στο πληθος
ειναι τοσο σχετικο
ειναι τοσο ηρεμο να το αποδεχτεις
πως ενας ατμος δεν μπορει να χωρεσει μεσα σ αλλον
ποσο ευκολο ειναι να τ αποδεχτεις
φαντασου
ονειρεψου
μια φουχτα συνεφο χωραει τις ελπιδες μου
κι ομως συνεχιζω να φοβαμαι
φοβαμαι
αλυχτουν
οι ζωντανοι να παρουν μια ανασα απ τον πεθαμενο
τι κριμα
αγρικω της συνεφιας του ηχους
μην βρεξει και χυθουν οι ελπιδες μου
την ηρεμη γνωση των πολλων αναζητω
αλλα καθως κλεινω τα ματια
ξεπεταγωνται
αιωρουνται
αρχεγονες
μνημες απ το υστερα της ψυχη σου και ονειροβατουν στο κορμι μου
διαστηματα που μενουν μετεωρα
μου λες πως προσπαθεις
μου λες πως νοιαζεσαι
μου λες πως εισαι μαζι μου
ω μικρο μου σκιουρακι
που ροκανιζεις τα βαλανιδια της γνωσης
αυτα ειναι βροχη
στο τελος της μερας θα καταλαβεις οτι εκει ηταν παντα
καποτε θαρθουν οιμωγες
που θα συνθλιβουν τα τυμπανα
καποτε της ιστοριας η αρχη θα γενει τιποτα
καποτε θα βρεξει και οι ελπιδες μου θα κατακλυσουν τον κοσμο
δεν θα μαι μονος στο σκοταδι
ω ποτε θα ερθει αυτη η μερα που θα γιαλιζουν οι προφυλακτηρες
απ της βροχης της σταλες
σας λεω τοτε θαμαι σπιτι μου

Τρίτη

ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ!


Ετυχε να καρτερουν ετοιμες να αφανιστουν
αμφιταλαντευομενος αναμεσα σε σενα και τους ταραγμενους ουρανους
βυθιζομαι
σιωπη
ασφυξια
εξαφανιζοντας το τωρα στον οργασμο της σκεψις
σαν μουσικη που βγαζει η υδροροη καθως σταζει στο βαρελι
θα σταματησει η βροχη;;
καθισμενος καπου ψηλα
παρακολουθω τον παγετωνα να εξαπλωνετε
χαμογελω σαν κτηνος ξερωντας απο πριν τι θα συμβει
ετυχε να κατρερουν ετοιμα να αφανιστουν
ψαχνω στα καλωδια τριγυρνω σε οπτικες ινες
ξεροντας οτι δεν ειμαστε εδω
αναπνοη
εισρεουν σκεψεις καθως αναπνεω στο στηθος σου
σαν κλεφτες στο κατωφλι του μυαλου μου
αρχιζουν να ροκανιζουν τις κλειδαριες
κι οπως καρτερουν αφανιζονται
χυδαιοτητες
ευαισθησιες
θυελες
πυρκαγιες
κατηφοριζοντας στις μαρμαρινες σκαλες
γονατιζουν
διπλωνονται
πεφτουν
ξεψυχουν
κι υστερα η ψυχη με ξυπολυτα ποδια διωχνει τις σκεψεις
μαζευει σε κοκκινο καλαθακι τα συντρημια
η βροχη ξαναρχιζει η υδροροη συνθετει ξανα
σε λιγο θα κατερουν ετοιμες να αφανιστουν

Σάββατο

Οταν τα συμφωνα τσιριζουν !


Γεμιζοντας το μεγαλο τιποτα

Ψυχη

Κυλαω αρμονιες σε συνθεση

Αναστατωμενος απ το κενο που βρισκω

Φοραω παντοφλες μεταξωτη ρομπα

Και τρεμω στην κορυφη του πλατυσκαλου

Ασυμφωνια

Δερβισης σε εκταση το μυαλο μου στριφογυρναει ειρμους

Δασκαλος και μαθητης μυαλου

Καθομαι και ακουω τα συμφωνα να τσιριζουν

Σαν κερια που φτανουν στο τερμα εκπληρωνοντας απωτερους στοχους

Μια στιφη μυρωδια καμενου γιαλιου απλωνετε στο είναι μου

Τοσο γλυστερη και θαμπη συναμα

Αυτή την νυχτα θα γυρισω τον κοσμο

Καβαλωντας αμεθυστους τις νοτες σου

Εφυγα

Κοσμε

Μακρυα

Σε βλεπω

Να αλαζεις

Να γινεσαι από μπλε πρασινο

Σκουρο γρι

Μαυρο

Απ την πλευρα μου αν το δεις μπορω να δω την Αλικη στον ουρανο

Τυλιγμενη στο φως

Ξαποσταινω αναμεσα στα ποδια της

Η ελευθερια είναι σαν γερνεις στην ιτια στην ακρη του ποταμιου

Η ελευθερια είναι όταν μπορεις να πει γιατι με αναγκαζεις να το πω;;

Η ελευθερια είναι απανεμο μερος στα ιμαλαια

ερχεται με φορα το χιονι και ξαφνικα στεκεται αιωρηται και πεφτει στα ποδια μου

Ελευθερια είναι σαν στεκομαι διπλα σου χωρις να σου μιλαω

Ελευθερια είναι να μπορεις να παιζεις το ιδιο ακορντο για ωρα

Ελευθερια είναι να ειμαι εγω χωρις να ειμαι εσυ

Ελευθερια είναι να ειμ..

Ελευθερια είναι..

Ελευθερι..

Ε ..

Παρασκευή

Αξιζει

δεν ξερω αν το εχετε δει αλλα αξιζει(πατηστε στον τιτλο)

Τετάρτη

ΜΥΝΗΜΑ ΑΠΟ ΨΥΛΑ


ΦΕΥΓΩ
Μίλια αέρα προσκυνούν τον φόβο
ΟΧΙ
Τώρα ακούγονται καλύτερα
παραμύθια σε κόκκινο από αίμα στόμα
καθαρή συνείδηση
ρόδα που τραβά και ξεσκίζει τα μέλη μου
μικρομάνα πού κόβει απ το βυζί το τέρας της αγάπης της
επιτήδειος παρατεταμένος ο αποχωρισμός
σκύλος ο θρήνος
οι συνέπειες στο βάθος του πηγαδιού τρεχούμενο ψιθύρισμα στο στήθος
Σκιά ποδιού αράχνης πλησιάζει τις ερηνίες του μυαλού μου
Υψηλές ιδέες;;;;;;;;;;
Σφαχτάρια στα τσιγκέλια του ουρανού
Οι Εστεμένοι κοιτούν τα σύνορα μες απ τα ερείπια
θερμή αναπνοή πουτάνας τα λόγια τους
ΜΥΝΗΜΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ
Δεν διατάζουμε εμείς
Ο ΘΕΟΣ
ΣΚΟΤΩΣΤΕ
Δεν βλέπω άλλο
έμονη ιδέα σε κυλοτίτσες που στεγνώνουν στην αυλή
Νεαρές γεννημένες με το γέλιο
σκοντάφτω στην κάθε τους λέξη,πληγώνω τα πόδια στον δρόμο
θραύσματα απο κουτιά μπύρας στο μυαλό μου
Πρόκληση στον κρεμασμένο
Δεν διατάζουμε εμεις
Ο ΘΕΟΣ
Σκοτώστε ,βιάστε, φέρτε μας νίκη
Εστεμένοι με τα μαβιά του θάνατου τσίνορα
μοιάζω για φονιάς;;;
ζωντανός;;;;
πεθαμένος;;;;;
αθάνατος;;;;;;;;
Κλωτσιά στο σώμα .
Οσο πιό ψηλά τόσο ελεύθερα αναπνέω

Κυριακή

ΚΥΡΙΕ!!!


Kύριε
παίρνω το θάρρος να σου μιλήσω
Κύριε!!μπορείς να μ ακούσεις;;
Ω θεέ μου μπορείς να με δείς;;;
μπορείς να βρεις ένα μέρος που να μην υπάρχει πιο ψηλό;;
μπορείς να μ ανεβάσεις σε λόφο που να μην φτάνει το ψέμα;;
εδώ αρχίζει το τραγουδάκι
φέραμε βόμβες που δεν κάνουν θόρυβο μόνο σκοτώνουν
φέραμε πυραύλους που δεν μολύνουν το περιβάλον αλλά σε λυώνουν
Ήρθαν ναύτες στο λιμάνι
Ήρθαν ναύτες στο λιμάνι
και εμείς με τις καλτσοδέτες φέρνουμε τα νέα
Η μαιμού ανέβηκε στον θρόνο της
ήρθε η ώρα για το γεύμα της
καλοκουρντισμένα στρατιωτάκια και δάσκαλοι
σερβίρουν
παιδικά μυαλά και κόκκινα μήλα
τις καρδιές αδικοσκοτωμένων ποιητών
χαχαχαχαχαχαχαχα
Ω στα αλήθεια αυτή είναι η καλύτερη παράσταση

Παρασκευή

Η φυση εκδικειται!!!!


Κατά κύματα ερχόταν τα κελαηδίσματα των πουλιών, δίπλα απ’ το ρυάκι.

Τόση ώρα ξαπλωμένος στο ένα πλευρό χωρίς να κουνιέμαι καθόλου.

Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τίποτα άλλο, εξόν από τους ήχους των πουλιών, που σαν από στερεοφωνικό, έρχονταν ως τ’ αυτιά μου.

Σήκωσα λίγο το κεφάλι να δω τους άλλους.

Απόλυτη ακινησία. Είχαν κρυφτεί καλά, έτσι έπρεπε.

Εγώ όμως είχα πάρει την καλύτερη θέση.

Είχα τον απόλυτο έλεγχο.

Έπιασα το όπλο δίπλα μου, χάιδεψα την ξύλινη λαβή του, απαλή σαν βελούδο η αφή. Μου έστειλε ο αδερφός μου απ’ την Αμερική.

Εκεί λέει σκότωναν αληθινά ζώα, όχι όπως εδώ τσιροπουλια και κοτσύφια

Περίμενα. Είχε πάρει να χαράζει. Όπου να ναι θα φανούν.

Σκέφτηκα τις προκαταλήψεις των ανθρώπων στο χωριό που καταλύσαμε. Τους ζητήσαμε να μας πουν περάσματα για κυνήγι, κανένας δεν μας είπε για αυτό το μέρος, και τους ρώτησα: “Για την πηγή του κλέφτη γιατί δεν μας λέτε;”

“Μη παιδί μου φώναξε ο καφετζής μην λες τέτοια πράγματα, είναι αμαρτία η μόνη πηγή στο βουνό όλα τα ζωντανά από κει πίνουν. Ανανδρία”

“Μας δείξεις, δεν μα δείξεις παππού, εμείς θα πάμε” του είπα εκνευρισμένος

Το πρωί ξύπνησα κακόκεφος. Θες τα πολλά τσίπουρα, θες το κρεβάτι που δεν με βόλευε, θες τα λόγια του καφετζή; Τώρα όμως, μετά από δυο ώρες περπάτημα και αφού βρήκαμε αμέσως την πηγή, ένιωθα πολύ καλύτερα. Πριν ακόμη χαράξει είχαμε πιάσει θέσεις λίγο πάνω από την πηγή. Σκεφτόμουνα τους φίλους μου στην πόλη και το τσιμπούσι που θα κάναμε με τα θηράματα μου.

‘Η Φύση εκδικείται;’ Τι ήταν αυτό τώρα;

Μια σκέψη. Μια σκέψη μόνο που ξεδίπλωσε την πρωινή μου κακοκεφιά και άρχισε να την επαναφέρει.

Το όνειρο.

“Κυνηγούσα λέει, άγρια άλογα κι είχα πιάσει αρκετά. Τα είχα κλείσει σε μια γερή μάντρα που ‘χα φτιάξει, και μάζευα σιγά-σιγά τα πράγματα μου για να κατεβώ στην πόλη να τα πουλήσω.

Ξαφνικά, καμιά δεκαριά μέτρα μακριά μου, εμφανίστηκε ένας γεράκος με αραιά γένια ερχόταν προς το μέρος μου.

“Καλησπέρα”, μου είπε και φάνηκαν κατακίτρινα τα λιγοστά του δόντια.

Δεν τον καλησπέρισα καν γιατί πίσω του ακριβώς, πάνω στο ύψωμα, είδα τον ομορφότερο επιβήτορα που είχα ποτέ μου αντικρίσει. Γύρισε κι ο γέρος να δει.

“Άστο αγόρι μου, αρκετά δεν έπιασες; Άστο δεν βλέπεις πως κοιτά; Είναι ο τόπος του εδώ, αρκετά έπιασες.

“Κάτσε εδώ παππού, κάτσε και περίμενε, θα γλεντήσουμε άμα γυρίσω, αυτό το άλογο είναι γεννημένο για μένα”

“Καλά αγόρι μου, αλλά να ξέρεις, τίποτα η φύση δεν γέννησε αποκλειστικά μόνο για έναν”

Σχεδόν δεν άκουσα τι μου είπε, άρπαξα τα σχοινιά, κι άρχισα να σκαρφαλώνω στον λόφο. Το πλησίασα μια δυο φορές χωρίς να ρίξω την θηλιά. Τον τρόμαζα, λίγο-λίγο, ίσα για τον σπρώξω σε ένα αδιέξοδο πέρα στους βράχους, όπου θα τον έπιανα εύκολα όπως και τα άλλα πρωτύτερα. Σχεδόν τα είχα καταφέρει, τον είχα στο αδιέξοδο κι ετοιμαζόμουν να ρίξω την θηλιά. Ήμουν τόσο αφοσιωμένος, που δεν πρόσεξα μια σχισμή στο έδαφος μπροστά μου. Στραβοπάτησα και βρέθηκα τρία τέσσερα μέτρα πιο κάτω ανάμεσα στα βράχια.

Ζαλίστηκα, έκανα να σηκωθώ αλλά ένας πόνος δυνατός με κράτησε ακίνητο. Μια αιχμηρή πέτρα είχε σφηνωθεί στα πλευρά μου, μερικά αισθανόμουν ότι είχαν ήδη σπάσει απ’ το πέσιμο. Χωρίς βοήθεια ήταν δύσκολο να σηκωθώ, πόσο μάλλον να βγω από την τρύπα που είχα πέσει. Ανακάθισα ελαφρά, αλλά ο πόνος έγινε δυνατότερος.

Τότε άκουσα ένα θόρυβο, πάνω ψηλά. Το άλογο, σκέφτηκα, είδε που χάθηκα και γύρισε να δει από περιέργεια

“Γεια σου αγόρι”, άκουσα την φωνή του γέρου

Ο πιο γλυκός ήχος σκέφτηκα.

Σήκωσα με κόπο το κεφάλι να κοιτάξω και είδα τον γερο να ταΐζει ένα καρότο στο άλογο, που ‘γεννήθηκε για μένα’.

“Στο είπα, η φύση τίποτα δεν γεννάει για έναν”. Καληνύχτα.

“Στάσου γέρο που πας; Τι θα γίνω; γέρο, στάσου”

Φώναξα, έβρισα, έκλαψα, μέχρι που σηκώθηκα μούσκεμα στον ιδρώτα”

“Αηδίες” φώναξα δυνατά. Θα βρω το καφετζή μόλις γυρίσω και θα του πω δυο λογάκια, σκέφτηκα.

Πλησίαζε, είχε και δυο μικρά μαζί της ,ακόμη καλύτερα. Τέλεια, θα χτύπαγα πρώτα τη μάννα και μετά το μικρό δεξιά της .

Σημάδευα.

Στήριξα καλά τα πόδια πίσω και τίναξα το δεξί μου πόδι να φύγει από ένα κλαδί που με αγκύλωνε, τίναξα το πόδι ξανά. Ένα θρόισμα ακούστηκε κάπου δίπλα. Κοίταξα Είχα τρομάξει ένα φίδι και έφευγε σούρνοντας για να μην γίνει κορδέλα για το γείσο του καπέλου μου

“Έχε χάρη, που ήρθα για άλλο πράγμα εδώ, του σφύριξα” .

Κοίταξα από το σκόπευτρο, λίγο ακόμη. Τα πόδια μου είχανε μουδιάσει από την ακινησία τόση ώρα και το μούδιασμα έφτανε στη πλάτη μου

Λίγο ακόμη, βαθιά αναπνοή, ισορροπημένη εκπνοή, και το καλύτερο ελάφι στο καπό του αυτοκίνητου μου.

Τίποτα

Ανασήκωσα το κεφάλι για να βολέψω το δάκτυλο στην σκανδάλη.

Τίποτα.

Τίναξα τα πόδια μου δυνατά να σηκωθώ.

Τίποτα.

Μια φλέβα τινάχτηκε στο αριστερό μου μάγουλο.

Το φίδι…

‘Η φύση εκδικείται’ σκέφτηκα έντρομος ενώ άρχισε να μουδιάζει το μυαλό μου

Τρίτη

ΣΗΜΑΔΙΑ

Σημαδια πεταμενα στο πατωμα οι λεξεις σου

Σουρνωνται να μ ακουμπησουν

Παραθυροφυλα κλειστα τα αυτια δεν δεχονται να ανοιξουν πια

Χτυπουν με δυνναμη οι λεξεις και πεφτουν

Στο καληδοσκοπειο των ματιων μου αλλαζεις χρωματα σε κάθε γυρο

Τα σουφρωμα στα χειλη σου γινεται μπλε

Τα χρυσαφογαλαζα ματια σου μωβ

Τα κοκκινα μαλια περνουν το γριζο χρωμα γριας που επαψε εδώ και χρονια να τα βαφει

Τα χερια με τα μακρυα δακτυλα που χουν κοκκινα τα νυχια γινονται φιδια που συστρεφωνται γυρω απ το σωμα σου με μαυρα ματια

Το κορμι

Αχ το κορμι παιρνει την σταση της υαινας ετοιμη να κατασπαραξει το ψοφημι της

Αλλα δεν ειμαι θυμα πια γινομαι θυτης

Παραθυροφυλα κλειστα τα αυτια δεν δεχονται να ανοιξουν πια

Χτυπουν με δυνναμη οι λεξεις και πεφτουν

Σημαδια πεταμενα στο πατωμα οι λεξεις σου

Σουρνωνται να μ ακουμπησουν

Δευτέρα

ΑΥΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΙΑ



Αρχισε παλι να φυσαει μανιασμενα.Σ ένα δωμα καπου στον λοφο Ενας ανοιξε παλι το αεροθερμo΄΄Θα μου ερθει παλι το ρευμα ….και πως τοπληρωνεις΄΄ σκεφτηκε και αναψε τσιγαρο

΄΄εικοσιεξη ο μηνας σημερα ΄΄και το τελευταιο πενηνταρικο το χαλασε για ένα μπουκαλι κρασι και δυα πακετα στριφτα.

_Τριαντα εξη νεκροι και χιλιαδες αστεγοι και τραυματιες από κυκλωνα που χτυπησε το μπαγκλαντες

΄΄δεν είναι να ακους πια ειδησεις΄΄ μονολογει,ψαχνει τους σταθμους.Βρηκε κατι

pink floyd μολις που ακουγονται δεν εχει μπαταριες

I need a dirty woman

Oyoy i need a dirty girl

΄΄Θα της αρεσει το κρασι αραγε;;Σιγουρα..Της αρεσου κοκκινα κρασια΄΄

Από το παραθυρο κυταξε τον θολο ουρανο

΄΄Θα βρεξει.Κυτα κατι αστραπες φωτιζεται ολη η πολη.Ένα δωματιο ολο κι ολο αλλα από θεα σου κοβεται η ανασα..Πλακα θα εχει αυτή η ψιχαλα να μου χαλασει το κουδουνι ετσι που είναι γυμνα τα καλωδια απεξω;;΄΄

Aνοιγει την πορτα η ταρατσα εχει μουσκεψει,το θυρορηλεφωνο δεν λeιτουργουσε και το ενωσε με το εξωτερικο κουδουνι της πορτας του δωματος με δυο καλωδια.

Το δοκιμαζει!

Χτυπαει.

Μπαινει μεσα βρεχει για τα καλα τωρα..

Κυταει από το παραθυρο

΄΄Καλα που δεν ειμαι σε κανα υπογειο΄΄

΄΄Τι ωρα να εινα;;΄΄γυρναει το βλεμα ,τοξυπνητηρι σταματημενο

΄΄Πρεπει να είναι ενια και μιση,στις εννεα δεν σχολαει;;Μπορει να μην προλαβε το λεωφορειο,αλωστε με τετοια βροχη θα είναι όλα γεματα΄΄

Ακουει το ρυθμικο τριξιμο του ασανσερ.Μετραει,τριαντα εννεα δευτερολεπτα για το πεμπτο και καμια εικοσαρια για την πορτα της ταρατσας.Εφτασε στο εκοσι εξη, τριτος δεν είναι αυτή

΄΄Στην κουζινα είναι το τιρμπουσον,σηκωνετε, ας δουμε τι κρασι είναι πριν το προσφερουμε΄΄

΄΄δες μυαλο που το εχουν μερικοι ανθρωποι,γυρνας δυοτρεις φορες κατεβαζεις τις λαβες και πλοπ΄΄

Στριβει ένα τσιγαρο το πακετο μισο<<πρεπει να το ελατωσω>>δοκιμαζει το κρασι

΄΄θα της αρεσει..΄΄

Ντουπ, το ασανσερ

΄΄δεκαπεντε στον δευτερο παει,εξαλου πρεπι να μου χτυπησει το κουδουνι να της ανοιξω΄΄Βγαινει εξω δοκιμαζει το κουδουνι ,κτυπαει,μεσα πεταει την μουσκεμενη γοπα ΄΄χαλασμος γινεται ΄΄μονολογει.

Στο ραδιακι αναγγελει ο εκφωνητης

_η ωρα είναι εικοσι δυο και δεκα πεντε δευτερολεπτα.

΄΄Να κουρδιζα το ρολοι;;μπα είναι αργια αυριο΄΄

Ξαναπινει από το κρασι΄΄αν αργησει και άλλο ατυχησε.΄΄κυταζωντας το μπουκαλι

Ανοιγει ένα τετραδιο

Στιχοι,διαβαζει φωναχτα

«Βαθεια τα χναρια σου αγαπη στην καρδια μου

εχθρος και θανατος η θλιψη που αφηνεις πισω σου φευγωντας

βαδιζω στο ποταμι εχωντας ένα καμακι

καρφωμενο βαθεια στην καρδια μου

μοναξια»

«Ειχαμε και ασχημες στιγμες αλλα παντα ελπιζουμε για το καλητερο,ετσι δεν ειπες ;»

Σχεδον φωναξε και τραβηξε μια μεγαλη γουλια ακομη από το σχεδον αδειο μπουκαλι

«Θαπερασε από το σπιτι της πρωτα»

Παταει το play στο μαγνητοφωνο στην γωνια.Τιποτε.

«Τα φαγες τα ψωμια σου κακομοιρικο»φωναξε αυτή την φορα

Ξαπλωσε στο κρεβατι

Ντουπ

Αρχισε να μετραει.Δεν εφτασε στο εικοσι,τον πηρε ο υπνος

Καπου διπλα το ραδιακι ψυθηρισε

_Ωρα ελλαδος δωδεκα

Κυριακή

ΧΡΟΝΟΙ


Χρονοι πιασμενοι στα συνεφα χωρις κινηση
Σηκωνωμαι απ ο κρεβατι μερα με την μερα σαν οργανο που δουλευει χωρις πραγματικους χρονους
Σαν συκωτι
Καρδια
Ματια
Λογια που απλωνωνται στο στομα χωρις να ειπωθουν και μενουν μετεωρα στο χρονο
Και τι μπορω;;
Τι να κανω
Πώς να σπασω τους τοιχους;;
Πώς να ανασανω;;
Μια κραυγη στα αδεια δωματια
Σαν λυκος στα χιονια να προσπαθει να διωξει το φοβο του
Παιζωντας με τις νιφαδες
Που θα τον θαψουν
Μια πνοη
Ενας τριγμος
Δεν είναι αυτό που …..
Είναι αυτό θα γινει
Και συ;;
Μια ηλιαχτιδα θα μπορουσες ..
Σκονη στο γαλαζιο
Σημερα
και δεν εισαι εδώ
Μιλαω σε ένα αδειο τελος
Σαν τα ποτηρια που σπανε στους τοιχους η μοναξια μου
Βαφουν
Τρεχουν
Και καταληγουν στο πατωμα πινακες που δεν εφτιαξα
Μπορεις να βαλεις εσυ τα χρωματα
Ασπρο μαυρο
Εσυ και εγω
Καταλαβαινω τους ρολους αλλα δεν θελω να τους παιξω
Εσυ και γω και σε μια σε συνεφια
Τα αστερια
Τα αστερια
Τα ευχομαι στα ονειρα και ……..
Λεω δεν μπορει στο τελος θα τα αγγιξω
Μαζι με σενα σε ένα μι διεσι μμινορε
Να βλεπω
Τωρα
Καθαρα
Να ανεβαινεις
Κι αν το αισθανομαι
Χωρις
Να σε εχω γνωρισει
Τι και αυτό εισαι στο μυαλο
Ζεις μαζι μου
κοιμαμαι