Σάββατο

Θέλω έναν φόβο να τρομάξει την ύπαρξη μου

στα σίγουρα χέρια
Στην όχθη 
Εκεί που δεν έρχεται η ορμή στα σίγουρα
εντάξει πόσο μπορείς να σε μισείς που δεν μπορείς να γλύψεις τα χείλια σου και  δροσιστείς 
εντάξει πόσο μπορείς να σε μισείς που δεν αντέχουν πια τα πλεμόνια σου να κολυμπάς στο αντίθετα στο ρεύμα 
πιες ένα τσίπουρο διπλα του 
  καθώς το βλέπεις να κυλαει χτυπώντας στους βράχους να αφρίζει είναι σαν παλεύεις μαζί του άσε το παρελθόν δεν είναι δικό σου λάθος 
η μέση τσάκισε
 τα δάκτυλα γυραν  πάνω απ την γόπα
  τα χείλια κόλησαν στο γυαλί 
μην το παλεύεις 
¨¨δεν έχεις ούτε γήρας ούτε νιότ稨 λέει ο Έλιοτ
Σακί ριγμένο στην όχθη λίγο ψηλά δεν τα αγγίζει το ρέμα 
Απλά η εταιρεία ηλεκτρισμού πρέπει να αφήσει λίγο ακόμη νερό  να τρέξει 
Ίσως ταξιδέψει ξανά 
Τώρα στην όχθη κοιτάτε σαν να το κουνά λίγο ο αέρας 
Ο αέρας 
Σαν ένα σφίξιμο που γεναει  μια ζωή 
Σαν μια σταγόνα  η δυο ,που πέφτουν από ψηλά και κάνουν τα  φύλλα της ερήμου να  πρασινίζουν για λίγο 
Θέλω έναν φόβο να τρομάξει την ύπαρξη μου 
Κατεβαίνω αθόρυβα τα σκαλιά το πρωί μήπως ο ταχυδρόμος έφερε κάτι συνταρακτικό
Προσπαθώ να παραδοθώ 
Λίγες κουβέντες  ουσιαστικές !!! για προβλήματα που υπάρχουν, ειδήσεις, τα χρήματα ,        
 το ενοίκιο 
Δεν γερναει ο άνθρωπος δεν ωριμάζει αυτός οι σκιές που τον σκεπάζουν γίνονται μεγαλύτερες
Άκου ένα τραγούδι  μάνα σ αναφέρω πρώτη φορά να ξέρεις εμένα δεν θα με σκεπάσουν σκιές 
Δεν ξέρω αν σε στεναχωράω 
Όπου και να είσαι το μωρό σου ποτέ δεν πρόκειται να γίνω 
Τον πατέρα το ξέχασα  δεν υπήρξε απλά
Και συ ένας καφές απόγευμα στον κήπο 
Για μένα ;;
Όχι για σένα 
Και γω ένα κείμενο που δεν γράφτηκε 
Ένα μάγουλο που δεν βράχηκε
Μια μαϊμού ανάμεσα στις τίγρεις
πόσο μπορεί να φοβόσαστε
 τα άγγιγμα 
αλήθεια φοβηθήκατε ποτέ 
το χτύπημα;;
ναι το χτύπημα καθώς σκας στον πάτο το σκέφτηκες ποτέ αυτό;;

είχα ένα φίλο κάποτε






αράζεις τώρα σε μπαράκι μακρινό


λες και δεν μπορώ να δω 

τις τρύπες στον λαιμό




παίρνεις τώρα απ αλλού τα δανεικά 

τα όνειρα τα πλαστικά 

για να βρεις ομορφιά




του φάγε μάτια και αυτιά 

και δεν πολύ μιλάει

ξέρω εγώ τι να ναι αυτό

είναι της πρέζας το κακό



Θυμάσαι τότε; πίσω από τον σινεμά

την μικρή την Αθηνά

με τα κατάξανθα μαλλιά;;




τα δυο της μάτια μου πες πως θα ναι η ζωή

λάμπουν σαν θάλασσα μικρή 

σαν έρθει η Κυριακή 




του φάγε μάτια και αυτιά 

και δεν πολύ μιλάει

ξέρω εγώ τι να ναι αυτό

είναι της πρέζας το κακό

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟ https://youtu.be/OkfrvxcAHrQ




μου πε ο Παύλος ένα βράδυ δανεικιά έχεις φωνή
και hω βάλθηκα να βγάλω την κραυγή

οι ψυχές σαν τις δικές μας δεν πεθαίνουν μοναχές
ήρωες θύματα και θύτες έχουν πληγές

ρεφρέν
Τώρα ο Παύλος έχει φύγει με ενα μπλούζ την Κυριακή
σε ένα δέντρο τυλιγμένος να καρφώνει στην πληγή


τα τραγούδια που σου γράφω τα κλειδώνω φυλακή
μη και βγουν και μαρτυρήσουν για την άκλειστη πληγή


ρεφρέν
Τώρα ο Παύλος έχει φύγει με ενα μπλούζ την Κυριακή
σε ένα δέντρο τυλιγμένος να καρφωνει στην πληγη


στιχοι: Αλεξανδρος Δανιηλιδης (dano zentikes)
μουσικη :Αλεξανδρος Δανιηλιδης (dano) -rhino






Πέμπτη

το μελι

Είμαι το μέλι της   ζωής σου
Είμαι η πανσέληνος  να κοιτάζεις το είδωλο σου στη λίμνη
Σταλιά  δροσιάς στην έρημο σου
Είμαι η μουσική που διαχέει το χώρο σου
Μια κραυγή που οδηγεί την ύπαρξη σου
Δεν υπάρχω στ αλήθεια άπλα  υποβόσκω στις παρυφές της  ανάσας σου άπλα εκεί να γεύομαι την μυρωδιά της
Σύννεφα  και χρώματα καθώς κατεβαίνω την σκάλα
Μια ιστορία για νεράιδες που μαγεύουν με οδηγεί
Αιγύπτιοι θεοί με παρασέρνουν στα νερά τους
Αλλά θα σου πω  κάτι το βλέπω αλλιώς εγώ μωρό μου
Σκλαβωμένος και αν είμαι  στα ματιά σου
 βλέπω τα μαύρα στις κορνίζες
βλέπω τα μαύρα στις κορνίζες
κρεμασμένος με την γλώσσα έξω απ τα δόντια
χωρίς κανέναν λόγο να αισθάνομαι έξαρση
εκεί ψηλά στο ικρίωμα
κοιτώ το δάσος έξω απ το τείχος που έχρισα με την ζωή μου
κατά μήκος του ποταμού  πλένουν τα ποδιά τους  γυμνόστηθα κορίτσια
αγαπητέ κύριε  που σε σένα εναποθέτω την ψυχή μου
ποτέ δεν σε γνώρισα ποτέ δεν  έκανα παρέα μαζί σου
ξερέ πως αυτή δεν σε πιστεύει
είναι αυτόνομη και σαν πεταλούδα
κι αν ζει μια δυο μέρες έχει να επιτελέσει ένα έργο μεγαλύτερο απ το δικό σου
και γώ μάλλον  θα κατεβώ να πιάσω απ τα ακροδάχτυλα  ένα κορίτσι που πλένετε στο ποτάμι
θα κυλιστώ μαζί του στα  σαπισμένα φύλα
θα βυθίσω τις ρίζες μου στο νοτισμένο  χώμα της
αν είναι να σβήσω ας με φάνε τα σκουλήκια της

Παρασκευή

υπαρκτό και ανύπαρκτο

Δεν  μπορώ να σε δω
Όσο και αν γέρνω την καρέκλα μου δεν μπορώ να σε δω στο άνοιγμα της πόρτας
Ένα λάθος που έγινε κάτι που δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς
Εγκλωβισμένος στο αδύναμο κορμί μου και στο δυνατό μυαλό μου
Ένα μπλουζ να κρέμεται στα χείλια μου
Είσαι η μοναξιά του
η φυγόκεντρος που ωθεί να ντεραπάρω
σε ζηταω όταν κλείνω τα  βλέφαρα
τραβώντας με δύναμη το χειρόφρενο
περπάτησα ένα γύρω να δω τι παίζει
έξι επτά τύποι  έπαιζαν στα ζάρια το μέλλον μου
δεν είδα άλλο
κεντράρισα καλά τον ένα που κέρδιζε
χρειάζομαι τα λεφτά
το χέρι μου μάτωσε ξανά και ξανά
τα πλευρά μου ράγισαν
τα στήθια
τα στήθια   βράζουν
ακουμπισμένος κάτω απ την γέφυρα  μετραω  δυο για μένα ένα γιαύτους που κοιμούνται παραπέρα
η ζωή μου γίνεται σύνορο με την φαντασία

υπαρκτό και ανύπαρκτο

Σάββατο

ΜΠΛΟΥΖ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

-Θα πάω για ύπνο
Καλύτερα να μην κοιτάζω πόσα πολλά έχεις  να μου πεις
Σαν να βλέπω αγάπη μου
Έξη μέτρα μακριά μου να χαμογελάς το δεξί μου χέρι παύει να κινείται
Ξέρεις μένει εκεί με το τσιγάρο αναμμένο να ακούγεται στ αυτί μου το κάψιμο που κάνει ο καπνός
αν ήσουν ένα μπλουζ θα ήσουν μπλουζ του χειμώνα θα μίλαγε για κρύο
Για το πόσο ανοίγουν τα χέρια μου καθώς πιάνουν τις λαβές στα παγωμένα βαγόνια
Πόσο παγώνουν οι  αρθρώσεις  καθώς σκάβεις να θάψεις τις ελπίδες μου
Αν είχες έναν ήλιο θα τον ξέχναγες στα συρτάρια σου
Θ άφηνες το λύκο από μέσα σου  να κατέβει στα  ισιώματα να μου χαλάσει τα  Χριστούγεννα
Κι αν μου χαμογελάς
Πες στα αλήθεια μωρό μου γιατί είσαι τόσο ακούνητη ;
Ένα μπλουζ κολαει στα σωθικά μου λες και γεννήθηκα μ αυτό
Αλλού γεννημένος αλλού μεγαλωμένος αλλού στα στερνά μου
Να μετρώ τα δόντια σου καθώς χαμογελάς
Τι μου συμβαίνει λες και ξαναγεννιέμαι σε έναν άλλον νότο
Το μουδιασμένο αριστερό μου πόδι κουνιέται λες και ένας σουίνγκ ρυθμός το καταλαμβάνει
Το σπιτικό αλκοόλ κάνει θαύματα νομίζω
Και αν  ανησυχείς τόσο μην το δείχνεις
Ελπίζω απλά η φλόγα να μην είναι τόσο δυνατή
Γερνώ και γκρι μπαίνει στα  ύπατα μου σαν το αλκοόλ χωρίς διαβάθμιση
Αλλόκοτα σπιρτόζα άλλες φορές με πάθος
Γερνάω και νιώθω πιο νέος  από μερικά φρούτα που βόσκουν στο κήπο μου
Μου είπε να σταματήσω στο στοπ
Αλλά δεν ξέρει ότι υπάρχει και άλλος δρόμος μέσα απ το ποτάμι
Είδα το μπλόκο  στην γέφυρα και έκανα ένα  τρυκ
Γύρισα επιτόπου χειρόφρενο και γκάζι πολύ γκάζι
  με κυνήγησαν μέχρι την αρχή του φράγματος
Μετά πέσαν κάτι πιστολιές στο άσχετο
Κόλλησαν εκεί στην ανηφόρα και έβλεπαν τα  κόκκινα να πεταρίζουν ανάμεσα στα κάγκελα

Βγαλμένος να ακουμπώ στο αθέατο  με το χέρι να κρατάει το τσιγάρο κοντά στ αυτί ν α ακούω το χουχούλισμα του καπνού ανάμεσα στις ιαχές του νερού  μέτρα κάτω

Το αλαφροΐσκιωτο αφελές μυαλό μου

Πέφτει η βροχή αδύναμα με το ζόρι  κυλάει στο ρείθρο
Στάλα  στάλα  προσπαθεί να γίνει  ρυάκι 
οι παρειές μου σχεδόν στεγνές δεν πρόλαβα να κλάψω 
Τα δάκρυα έμειναν μέσα μου παγωμένα 
Όπως και τα λόγια  σου τα κράτησα και αυτά 
μέσα μου
 να στέκονται ογκόλιθοι δίπλα στο ρήγμα της καρδιάς μου 
Δεν με νοιάζει που δεν με βλέπεις  
δεν με νοιάζει που δεν  μ ακουμπάς πια
Με νοιάζει που καταλαβαίνω πως δεν μ άγγιξες ποτέ
Το αλαφροΐσκιωτο  αφελές μυαλό μου σαστίζει στην ιδέα  ότι δεν με έβλεπες 
Ανακαλύπτει πως οι στιγμές δεν υπήρχαν  απλά φτιάχτηκαν απ το ίδιο 
Μια καλημέρα
 μια καλησπέρα
 που ψελλίζω φαντάζουν υπόγειες διαδρομές στο μυαλό σου 
Τις βλέπω να κυλούν  στις φλέβες στο μέτωπο σου 
 να  αναλύονται οι λέξεις  μέχρι να φτάσουν από τα αυτιά στην ψυχή σου 
Στην  ψυχή σου 
Έτσι  μέχρι και αυτό επινόησα
Θα τα αφήσω όμως να  φύγουν 
 απλά μερικές φορές όταν θα κάθομαι στην άμμο 
Θα κάνω  σημάδια πάνω της την αγάπη σου 
Την αγάπη σου 
Και αυτά θα φύγουν θα σκορπίσουν στο πρώτο κύμα 
Που θα τα πάρει μακριά

το μυαλό σκέφτεται

Βαλτόνερα που σαπίζουν η φωνή μου
Αρχέγονα ερπετά  σούρνονται ανάμεσα στα μάτια και το στόμα μου 
Δεν μπορώ να μιλήσω πια 
Δεν μπορώ να αρθρώσω
Ήλιοι θαμποί σαν πάγοι πάνω μου να πετρώνουν κάθε ικμάδα ύπαρξης
Το μυαλό να σκέφτεται γαλάζια  θαλλασονερια και τα μάτια να μην μπορούν τα  δουν 
Μάρτυρας του λυγμού της 
Κάθομαι εδώ και σαπίζω σαν αρχαίο ναυάγιο σε βάλτο
Σαν σημύδα που ξαφνικά μια  άγρια νεροποντή την  
κατάκλυσε και την περιτριγύρισε με νερό
Το νερό σάπισε
 Μύρισε
 πρώτα μια ρίζα  που λιώνει στο βρομισμένο νερό
μετά ένα κλαρί που το τρων τα μυρμήγκια
πρώτα το ένα πόδι  ένα χέρι μετά
ίσως η γλώσσα 
το μυαλό σκέφτεται  βράχους που υψώνεται  αρχέγονοι όσο και να τους χτύπα ο αέρας
Κόσμε ο πάτος αρχίζει να σκιάζεται
Σαν φράγμα που τα ανοίγεις και ποτίζετε και το μικρότερο χωραφάκι
σιωπηλές κραυγές σαν ψίθυροι  ουρλιάζουν στο είναι 
Πιο βαθιά στην γκριζοπρασινη  λάσπη
Τα  μουλιασμένα μελή  τρεμουλιάζουν αρχίζουν να κινούνται
Ένας  ήχος  απ τα κρεμάμενα κλαδιά  ένα ήχος απ την ανάσα του άνεμου
 και τα παιδιά που που περπατούν τους δρόμους
οι ζωές μου 
θα λαχταρήσουν τις γραμμές

Πέμπτη

θέλοντας


Νομίζεις πως είμαι γέρος
Ανίκανος να αγαπήσω
Ανίκανος να συν υπάρξω με την αγάπη
Στην χώρα που η θάλασσα μπαίνει μέσα στην στεριά και κάνει λίμνη τις θλίψεις μου
Στην χώρα που τα ψάρια πετάνε να πάρουν ανάσα
Εκεί ζω και στη Γή
Θέλοντας να αγαπήσω ξανά και ξανά
Δεν είναι παράλογο να θέλω
Σαν παιδί που κοιμάται και αγρυπνά με το παιχνίδι στο χέρι
θέλω να παίξω ξανά και ξανά
Δεν μπορώ να παίξω μ ότι μου λέει είσαι γέρος είσαι μόνο για ένα φεγγάρι
Άλλωστε βλέπω την κάθε μέρα ξανά και ξανά
Θυμήσου τους χρόνους που έφυγαν και τους έβλεπα να τρέχουν
Θυμήσου που σ έφεγγα στα πρώτα σου βήματα
Ανεξέλεγκτες εικόνες έρχονται
Σαν μηχανές που χτυπάνε
Χτυπάνε
Χτυπάνε
Μην μου λες πως δεν μπορώ να ονειρεύομαι
Μην μου λες πως δεν μπορώ να ερωτεύομαι σ ένα βήμα της
Μη μου λες πως δεν μπορώ να ζω σε μια ανάσα μου

θα υπάρχουμε


Σαν κραυγές που αιωρούνται για λίγο πριν πέσουν απ τα σύννεφα
Ακόλουθα με
Μην κοιτάς τα σκοτεινά μου μάτια
Μην σε αγγίζει η λύπη μου
Είναι τόσο δύσκολος ο τρόπος
Η μέρα
Η μέρα
Στριφογυρίζει σαν ζεϊμπέκικο αμπταλικο που κατακλίνει σε ηπειρώτικο χωρίς τέλος
Έτσι
Εκεί να αιωρούμαι με το ένα πόδι σηκωμένο ανάμεσα σε μένα και στο σύννεφο
στύψε την μέρα
Όπως στύβεις τα ρούχα στην άκρα του ποταμού
οι λεκέδες που εξαφανίζονται
είναι λεκέδες στην ψυχή
είμαι μόνος
είμαι μαζί σου
την ιδία διαφορετική στιγμή
σαν μια φούγκα που παίζεται απ αδέξια χεριά
ποτέ εδώ πότε εκεί
να υπάρχω χωρίς να ζω
να ζω χωρίς να υπάρχω
Φιλα Με
φίλα με
μήπως ζωντανέψω και σ αγκαλιάσω
κι αν κλάψω κράτα με μες τον κόσμο
τίποτα δεν με κρατάει ανάμεσα στον χειμώνα και την άνοιξη
ξεχνώ τους δρόμους
χόρεψε μαζί μου
δείξε μου
ένα ένα τα βήματα
για εκεί που δεν θα μπορούμε να γυρίσουμε
για εκεί που θα είμαστε πάντα μαζί
κι αν η βροχή χορεύει άλλον σκοπό εμείς μαζί συντονισμένοι λες και αστραπή και βροντή είναι το ίδιο
θα υπάρχουμε
θα υπάρχουμε
θα υπάρχουμε

μην κοιτάς το ήλιο



μην κοιτάς το ήλιο δεν είναι από κείνες τις βροχερές μέρες που αυτός θαμπώνει τα
σύννεφα
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Τρέχα
Τρέχα
Να κλάψεις στης οιμωγής την ποδιά
Σε σόλο αλλοτινών καιρών η καρδιά μου πάλλεται σαν …..σαν……..
Σπίνος στην ξόβεργα
Όσο και να κοιτάζω τα αστέρια δεν μπορώ να πετάξω
Παγιδευμένος
Ω πόσο ηλίθιος μπορείς να είσαι αδελφέ μου αν νομίζεις ότι μπορείς να τρέξεις
Ακόμη και όταν σφάλεις δεν μπορείς να αισθανθείς άσχημα
Όχι αδερφέ μου δεν έμεινε τριγύρω χρόνος για σένα
Σφαγίασε
Θυσίασε
Στο φεγγάρι
ίσως γεμίσει και σε λυπηθεί
η κορδέλα έπεσε
σαν άλλος Πάρις πρέπει να κάνεις την σοφή διδαγμένη πρόβλεψη
να διαλέξεις
αν μπορούσα να έβαζα τις συγχορδίες τις ψυχής μου σε τάξη
τότε θα μπορούσα να διαλέξω αυτή που πρέπει
πρέπει
είναι κάτι στα σύμφωνα να που χαλάει
π ρ ε π ει
σαν Άγιος επί στύλο
έτσι
δεν υπάρχει πρέπει στο σύμπαν
σαν Άγιος επί στύλο
ξεφεύγω στο σύμπαν
δεν υπάρχω στην διάσταση αυτή
αγόρια και κορίτσια τρέχουν στην άμμο και συ δεν μπορείς να καταλάβεις
γιατί κρεμασμένος εδώ πέρα
δεν μπορώ να με συγχωρέσω
όχι μην κοιτάς το ήλιο δεν είναι από κείνες τις βροχερές μέρες που αυτός θαμπώνει τα σύννεφα
Ελάτε μαζί μου
Ελάτε μαζί μου
μην κοιτάς το ήλιο δεν είναι από κείνες τις βροχερές μέρες που αυτός θαμπώνει τα
σύννεφα
δεν υπάρχει άλλος τρόπος
ακούμπησε το νεκρό δέρμα να με νοιώσεις
ακούμπησε τα ακροδάχτυλα μου να μου πεις καλημέρα
ακούμπησε τα χείλη σου στα βλέφαρα μου
θα ανοίξουν να σε καλωσορίσουν
ο αρχαίος ναυτικός έβγαλε τα βρύα απ το κατάρτι
ξετίναξε απ την μούχλα τα πανιά
ανεβασμένος στην πρύμνη ξεθυμώνει την γοργόνα που χει για να κόβει τ αστραφτερά κύματα
περιμένει το άνεμο
το φύσημα
το αχνό εκείνο μειδίαμα που κάνεις όταν αναπνέεις
μια ανάσα
μια ανάσα χρειάζεται
έλα μαζί μου στ όνειρο που δεν τελειώνει όταν ανοίγεις τα μάτια σου
εκεί που τρέχεις γυμνός στην άμμο
εκεί που τα κοχύλια είναι χρυσά σαν το μυαλό σου
εκεί που οι πηγές είναι γαλάζιες σαν τα μάτια σου
όχι
πόσα μπορώ να πω όταν κυλάει το είναι σου μέσα μου
μάλλον πρέπει να φύγω
η να σου πω όλα αυτά που ξέρω για μένα
ω όχι μην μου επιτρέψεις να σου πω για μένα 

Σάββατο

ΟΤΑΝ ΧΤΥΠΑΣ ΤΙΣ ΜΠΑΣΕΣ ΝΟΤΕΣ

Είμαι ένα πεθαμένο πουλί στα σύννεφα χωρίς να μπορεί να πέσει
Μόνο προς τα ψηλά μπορώ να πετώ
Λες να έχω πεθάνει ;
Το φως της ημέρας να σημαίνει το τέλος ;;
Δεν μπορεί θα μείναν κάποιες στιγμές να δω κάποιες στιγμές για μένα
Κάτι που κρύβω μέσα μου σαν σημάδι
Σαν ερωτικό ραβασάκι που έπεσε από κάποια και το πήρα το διάβασα το έκανα δικό μου
Στην ζούγκλα του σύμπαντος μου αυτό να κάθεται στο κόρφο μου λασπωμένο και αμόλυντο μαζί
Συμπαντικό γίγνεσθαι που κυλάς στο άπειρο
Αν μπορούσες να έβλεπες να έβλεπες να έβλεπες αυτό που εγώ γίνομαι
Ένα σύννεφο με μορφή σαύρας να πετώ ανάμεσα σε ανθρώπους σύννεφα γεμάτα νερό που δεν σε δροσίζουν
Υπάρχουν χωρίς να βρέχουν
χωρίς να αστράφτουν
απλά υπάρχουν λες και κάποιο χέρι ξερίζωσε κάτι βράχους από αρχέγονα βουνά και τα κάρφωσε εκεί στον δρόμο μου προς το άπειρο
όταν χρησιμοποιείς τις μπάσες χορδές στο πιάνο σου
είναι σαν μου λες μην μιλάς αλλά εγώ ξέρω
μην κοιτάς αλλά εγώ ξέρω
εραστές του τίποτα είμαστε μωρό μου έχουμε ξεπεράσει το καλό και κακό
τα χρόνια του τίποτα περνάνε από πάνω μας σαν τα πουκάμισα π αφήνουν στο πέρασμα τους οι Ερινύες του μυαλού μας σαν φίδια που σέρνονται στην λάσπη
μουσικοί που ξεχάσαμε τις κιθάρες μας
εσύ χτυπάς τα πλήκτρα λες και ξέρω να λες
εγώ ακόμη εδώ είμαι και εσύ εκεί είσαι
και το είναι μου τριγύρω
θα σου πω μια ιστορία για αυτούς που θέλουν λόγια να ακούσουν
για δάσκαλους και παπάδες που δεν πρόλαβαν να δουν την ζωή απλά έφυγαν λες και δεν υπήρξαν ποτέ
τι να τον κάνω τον χρόνο όταν
ταραραρα
τραγουδώ μες στα σύννεφα που κάνεις δεν ακούει
ταραραρα

θολωσαν!!

Όταν τα σκουλήκια γίνουν
Φίλοι μου
και αρχίσουν να τρώνε μάτια μου
Όταν ξυλοκόποι αρχίσουν να ροκανίζουν
Τα πόδια μου
Απλά σταμάτα τα αμάξι και πέταξε με στο δρόμο
Όταν αρχαίες γκαλεριες ανοίγουν τα μάτια τους
Και οι εικόνες τους μπουν μέσα μου
Σταματά να ονειρεύεσαι και αγάπαμε
Ξύπνα το σύννεφο στο μυαλο μου κάντο να σ ερωτευτεί
Έλα μωρό μου μαζί μας
Εγώ ο δρόμος και συ
Χιλιάδες μιλιά άσπρες γραμμές
Μας περιμένουν
Μπορείς να δεις την εικόνα ;;;;;;
Απελπισμένα στο ζητάω
Στάχτη
Ο αέρας γεμάτος στάχτη
Εμπρός καβάλα μαζί μου
Προς την θάλασσα
Το ρυάκι τρέχει δίπλα κάθε μέρα μαζί με το μυαλο μου
Κάθε μέρα πιο κόκκινο
Μέχρι να αρχίσει ο καπνός να αιωρείται
Ζήσε μαζί μου
Μαζί μου μαζί μου
Θόλωσαν

Κυριακή

ΣΚΙΕΣ!

Ξύπνησα μεθυσμένος
απ την ζωή διωγμένος
Πώς να ρεφαρω τώρα
δεν περισσεύει ώρα
Τα λάθη μου να σβήσω
το σώμα να αφυπνίσω

Έζησα σαν χαμένος
νόμιζα προδομένος
Με κυνηγά η μπόρα
με τυραννούν οι τύψεις
Αν φύγεις θα μου λείψεις
Αλλά τώρα πώς να το δω ;

Μυαλό μου μπερδεμένο
κορμί μου κουρασμένο
Ομίχλη απ το μεθύσι
κουράγιο για να αρχίσει
Άλλη ζωή να ζήσει
Το πνεύμα που θα βρει

Γροθιά τώρα θα δώσω
το χέρι να ματώσω
Το σπίτι θα γκρεμίσω
να μην ξαναγυρίσω
στην μίζερη ζωή μου
κομμάτια η ψυχή μου
μπροστά μου αν σε ξαναδώ

Σάββατο

το φως!!

Ένα φως……..
Στον διάδρομο
Ένα φως σαν μια ηλιαχτίδα που ξέφυγε απ την συννεφιά και ξεμπρόστιασε την μουντάδα
Έτσι ένα φως στον διάδρομο
Περπάτησε διστακτικά σαν να παταγε σε γυαλιά η θραύσματα
Κοντοστάθηκε
Δεν περπάταγε πια ήταν σε ένα γραφείο και σαν να έγραφε να έγραφε να έγραφε
Τι?
ΕΓΩ…..ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ ΕΓΩ Ε…………………
Σαν να προσπαθούσε να αρθρώσει ένα κείμενο χωρίς να μπορεί να γράψει την δεύτερη λέξη
Σαν μια gada lavida που δεν τέλειωνε σαν ένα ασυνεχές σόλο που που μια άρχιζε και μια τέλειωνε σαν το κτύπημα μες στον κρόταφο
Δεν μπορεί …δεν μπορεί θα σταματήσει όπως και να έχει θα σταματήσει σκέφτηκε
Ασυνεχείς και η σκέψεις του μια ξεκινά και μια σταματά έτσι λες και μένει από βενζίνα το καρμπυρατέρ δεν δουλεύει και ξαφνικά αρπάζει τις αναθυμιάσεις και τις καίει με θόρυβο έτσι μες το μυαλό του οι σκέψεις η μια μετά την άλλη και ύστερα με θόρυβο να καίγονται χωρίς να προλάβει να τις αρθρώσει
Κρίμα κρίμα
Ένα τέτοιο μυαλό και καίγεται έτσι
Λαμπατέρ??
Το φως στον διάδρομο μήπως είναι λαμπατέρ ??
Ξεκίνησε πάλι να προσπαθεί να περπατήσει ακουμπώντας στους τοίχους που λες και έκλειναν τα θραύσματα κάτω απ τα πόδια του έγιναν γλιστερά έσκαγαν αφήνοντας ένα υγρό που μύριζε παράξενα κάτι σαν το υγρό που έτρεχε στις φλέβες του
Μούστος;;
Παταγε σταφύλια;;
Έσκυψε και άγγιξε το υγρό στα πόδια του
Όχι είχε μια άλλη γεύση το δοκίμασε άλλο χρώμα σαν αίμα
Κοίταξε χαμηλά
Αίμα
Πάταγε τις ψυχές που είχε πληγώσει τις ψυχές και αυτές έσκαγαν στα ώριμα σταφύλια
Το φως στο διάδρομο απομακρυνόταν
Έτρεξε να το προλάβει έτρεξε με δύναμη χωρίς να κοιτάζει χωρίς να αισθάνεται τα τριξίματα από κάτω απ τα πόδια του
Οι τοίχοι στένευαν και αυτός έτρεχε χωρίς να δίνει πια σημασία στο χτύπημα στους κροτάφους
Το φως το φως
Μέχρι που δεν χωραγε πια δεν χωραγε έμεινε εκεί κολλημένος ανάμεσα στους δυο τοίχους που έσφιγγαν τα μελή του την κάρδια του την ψυχή του μέχρι που ……..
……………………………………………………………….
Αν δεν αντιδρά στο φως δεν έχει καμία σημασία πια……κλείστε το μηχάνημα
Χαμένος κόπος

Τετάρτη

H γραμμή

Τρεχει αιμα η πληγη , βλεμα που ακροβατει
σε ακτινα νοθου ηλιου
Τριγυρναει κι η ζωη, φως της νιοτης το κερι
στο σκοταδι αυτου του βιου

ρ
Αιμα κοκκαλα και δερμα
πισω
περασες το τελμα τωρα θα καψαλιστεις
Δοκιμασες να ξεπερασεις την αγέλη σου
Θα χάσεις
κι έτσι μόνος θα χαθείς


Μπήκα σύννεφο υγρό ακολουθεί το ουρλιαχτό
και τα φεγγάρια που λεπταίνουν
ξαφνιασμένοι με κοιτούν την γραμμή τους δεν περνούν
τους φτάνει μόνο που ανασαίνουν



ρ
Αίμα κόκαλα και δέρμα
πίσω
πέρασες το τέλμα τώρα θα καψαλιστείς
Δοκίμασες να ξεπεράσεις την αγέλη σου
Θα χάσεις
κι έτσι μόνος θα χαθείς

Κυριακή

Καιρός ήταν



Καιρός ήταν
¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨
Πέθανα.
Πέθανα από το κρύο.
Καιρός ήταν
Κουράστηκα .Κουραστηκα. Ήταν δικια μου επιλογή αλλά κουράστηκα πολύ καλύτερα έτσι απλή αναφορά στις εφημερίδες άστεγος νεκρός στο πάρκο παραμονή Χριστουγέννων ΄΄
΄΄ Γιάννη .Μικρές χαρές και μικρές λύπες είναι ζωή, δεν λέμε;;είπα κάποτε σε έναν φίλο
ε λοιπόν έτσι είναι μικρές χαρές και λύπες που μπορείς να τις ζήσεις παντού ακόμη και στην φυλακή .Τις ίδιες φτωχός τις ίδιες πλουσιος. Θα το τραβήξω όσο παίρνει .
Και το τράβηξα .Κέρδισα μια φορά έχασα δυο ξανακέρδισα μια δίκη και μετά έχασα τα πάντα. Χωρίς δουλειά χωρίς λεφτά δεν μπορούσα να προσφέρω τίποτα άλλο από προβλήματα και γρίνια.
Έφυγα.
Έτσι ξαφνικά εξαφανίστηκα .Δεν σκέφτηκα παιδιά και γυναίκα .Έτσι απλά έφυγα.
Τρία χρόνια πέρασαν για να δω τα παιδιά μου. Τυχαία είδα την γυναίκα μου στον δρόμο και την ακολούθησα .Έμενε μόνη με τα παιδιά δεν παντρεύτηκε. Τέτοιες μέρες καθόμουν κάπου κοντά στο σπίτι και τα χάζευα καθώς τρέχον και γελούσαν στο δρόμο φορτωμένα ψώνια.
Την τελευταία φορά γύρισε και με κυταξε. Κάτι γνώριμο;; Αδύνατον.
Μια άλλη φορά ξέχασε μια τσάντα στην σκαλα. Δυο κούτες τσιγάρα ένα κονιάκ σοκολάτες .Ξεκίνησα να χτυπήσω το κουδούνι και είδα ένα φάκελο μέσα , φωτογραφίες δικές της και των παιδιων.
Μικρες χαρες και μικρες λυπες..
Πολλές μεγάλες λύπες και μοναδική χαρά όταν τους έβλεπα ,φούσκωνε τα στήθια μου και καθόμουν με τις ώρες να τους σκάφτομε με τα μάτια ανοιχτα μέχρι να ξαλαφρώσω.
Αλλά δεν έχει δεν πρόλαβα άλλο .Πέθανα.


Δυνατό φως μέσα απ τα σφαλισμένα βλέφαρα και μια ζέστη που απλώνετε στο κορμί σιγά σιγα .Διαβασα παλιά διηγήσεις ανθρώπων που πέθαναν και επανήλθαν στην ζωή .Έτσι ακριβώς
Το φως ξεπερνά τα μάτια και μπαίνει στο μυαλο .Φωτιζει το είναι και το ξεπερνά.
ΤΟ φως γίνετε ζεστή και απλώνετε στα μελη, όπως τώρα, και μετά γίνετε φωνές.
Φωνές, φωνές αγγελικές ,παιδικές, ζεστές ανθρώπινες φωνές.
΄΄ Κύριε, κύριε
΄΄μπαμπα΄΄
΄΄Στεφανε αρκετά δεν τιμωρήθηκες;;΄΄
Κι ύστερα κάτι ζεστό πολύ που στάζει στο πρόσωπο μου .Σαν μαγικό φάρμακο .Λύνει τους μυς και τους ξεπαγώνει .Σηκώνομαι. τα μάτια ,καταλαβαίνω ποιοι είναι αλλά δεν μπορώ να τους δω. Κάτι μου θολώνει τα μάτια κάτι που καθώς τρέχει διώχνει την βρώμια από πάνω μου σπρώχνει μακριά τα κουρελιασμένα ρούχα.
Με κάνει άνθρωπο που μπορεί να αγκαλιάσει τα παιδιά του να φιλήσει την γυναίκα του
Κάποιον που μπορεί να δει τα δακρυσμένα μάτια τους.

Τετάρτη

ΦΤΗΝΙΑ!!

Ναι

Δεν είμαι καλά σήμερα

Σαν να προκαλώ το συκώτι να επαναστατήσει

Σαν ο καρκίνος που κρύβεται μέσα του να μου κάνει πλάκα

Φτιάχνομαι

Το μαλι με μαεστρία

Να βγω ……δεν αντέχω ……..και ύστερα….. ένα τσιγάρο ακομα ..ένα τσιγάρο ακόμη

Οι φλέβες τεντώνονται στο λαιμό τα μηνηγκια βαράνε

Ένα τσιγάρο ακόμη

Θολούρα μετά, σαν μια μουσική που την ακούς και δεν την καταλαβαίνεις

Σαν , να πίνεις το αγαπημένο…….. άχρωμο και άγευστο όμως

Μια νότα να μπορούσα να άκουγα

Και ο καρκίνος στο μυαλο…. εκεί να τριβελίζει

Θυμάστε τα αρνάκια της σήψης

Κάθε μέρα μες το μυαλο μου είναι

Και όταν ξαπλώνω

Τα ακούω βάζω ποτό τα χαϊδεύω και αυτά δεν φεύγουν εκεί είναι

Μην κοιτάς το ουρανό καλο μου

Στο μυαλο μου είναι

Σαν να μουδιάζω μετά μπαίνει στο αίμα αυτό γρήγορα

Οι νευρώνες ακυρώνονται δεν υπάρχουν

Υπάρχει αυτό

Έτσι σαν να προκαλώ το συκώτι να επαναστατήσει

Κρέμομαι αναμεσα στην μπανιέρα και στον νιπτήρα

Φτηνός

Φτηνός λες και στο μουσικό που παράγγειλα το ρέκβιεμ δεν το τέλειωσε

Και γω περιμένω εκεί να το τελειώσει για να πεθάνω

αξιοθρήνητος

Πέμπτη

Δεν ξερω τι ......

woman

Τα θύματα της άσκησης

Υπομονής τα πρεπει ,σαν γυρισμός από μακριά

Γυρίζεις μες τα σύννεφα και ξεκινάς να ζήσεις

Μα δεν υπάρχει πια ζω

Μα ξεκινάς να νιώσεις και δεν υπάρχουν πια αισθήσεις

Στους αισθητήρες που πηδάν σε κάθε αγγιγμα του

Εσύ νωθρά και υπομονετικά αλλάζεις την ζωή σου

Με κάτι που θα αναζητάς στο βάθος του άπειρου

Τι αν είσαι εδώ και αν καταλαβιέσαι

Τι αν είμαι εδώ και ζω για να σ αγγίξω

Τα σύννεφα ειναι τολμηρα και σχίζουν τις ζωές μας στα δυο

Στα δυο όπως,…….

Είμαστε δυο

Να αναναζητουν........

Κοίτα καλό μου η ζωή δεν είναι όλο χάδια

Δεν ειν όλο φιλιά που ξενυχτούν στα χείλια

Είναι το μυαλο που γέρνει και ζητά

Τετάρτη

Eτσι ξεκίνησα!!


ξεκίνησα να γράφω

Στην αρχή για την αύρα σου

Ίσως για το πως στέκεσαι

Ίσως για το πώς δημιουργείς μες στο μυαλο μου

Εντυπώσεις

Εντυπώσεις που πάλλονται σαν την χρυσόσκονη στο ελαφρύ αεράκι της ύπαρξης σου

Ναι ελαφρύ αεράκι

Κάτι να την αύρα πριν βγεις στην ακτή και σε χτυπήσει ο θαλασσινός αέρας

Δημιουργώ

Για το βλέμμα που ρίχνεις καθώς φεύγεις

Καθώς φεύγεις

Για την σιωπή που έρχεται καθώς ερημώνει χώρος γύρω μου

Σκιές

Σκιές

Και μόνο αυτές παραμένουν εκεί

Έτσι απλά να υπάρχουν να θυμίζουν ότι η υπήρξε η φωνή σου

Και ύστερα Εφυγε

Και το μόνο που μένει είναι η μουσική σου

Που έβγαινε μέσα απ τα μάτια σου