Τρίτη

Μια μετέωρη νότα να κρέμεται στο αφρό του νερού όταν κτυπάει στα βράχια
Κρέμεται για λίγο στα υγρά χορτάρια  και ύστερα ξανά με το σύνολο για τον αέναο δρόμο
Τον σκοτεινό δρόμο μ με τα αφρώδη τρακαρίσματα στους βράχους
Εγώ όμως στο είπα μωρό μου δεν κοιτώ τον σκοτεινό δρόμο
  στάσου και άκου λιγάκι μην μιλάς μην κλαις
Ω γυναίκα σταματά να συγυρίζεις το σπίτι
Μαρμελάδα  που μπαίνει στο μυαλό μου και δεν μ αφήνει να οδηγήσω
 θα σ αφήσω στα καλοσιδερωμένα σου τραπεζομάντηλα  και θα πέσω σε βρώμικα σεντόνια
άκουμε γυναίκα  δεν θέλω να  θαφτώ και ν ακούω την φωνή σου
Έχω ένα όνειρο στο μυαλό μου
Για κάτι που  δεν θα βρω
Το έχω κάτω απ την γλώσσα μου αλλά δεν θυμάμαι τι είναι
Κρύο στα πόδια μου και ζέστη στην ψυχή μου αισθάνομαι λες και βρίσκω
Λεφτά στο δρόμο μου
Πάρε τις μπότες μου ποτάμι πάρε το πουκάμισο μου να μην βρουν που μένω
Πάρε όχθη τα ξένα δόντια μου πάρε τα γυαλιά μου
Γυμνός θα παραδοθώ  στο λύκο το φίλο μου
Αδελφό από παλιά
Θα  ανοίξει την πόρτα
τα αλλά αδέλφια  θα με υποδεχτούν θα με γευτούν
και γω μετά μαζί μ αυτούς θα τριγυρίζω στις όχθες

Κυριακή


Εσύ και γω
ένα σύμπαν 
δυο πλανήτες 
Πητ μπουλ που διασταυρώνονται 
μια Βαβυλώνα σκέψης 
χωρίς την ευχή της προσευχής
πάντα στο μέγιστο έντασης
πάρε με στην πτήση σου, δεν έχει 
καθένας στο δικό του κύμα  να χτυπά με δύναμη 
διάλεξε τώρα την στιγμή που θα επιτεθείς πίσω από ένα όνειρο που δεν είδες αλλά θα μπορούσες Να δεις
πεπρωμένο 
σύμβολα που περνούν ανάμεσα μας σαν καταιγίδα που εκφράζεται σε πεδιάδες
ω μεγάλε  δημιουργέ άφησε μας  μια ώρα  ακόμη  χωρίς να μας  αγγίξεις 
που είναι οι υποσχέσεις που έδωσες
μια πόλη σηκώνεται και ρωτά 
όχι μωρό του δεν μπορείς να τον φτιάξεις 
όσο και ναχεις τα νούμερα κάνε στην άκρη 
και έτσι αφήνω το δωμάτιο να γεμίσει νερό
 το ποτάμι κάνει παράκαμψη μέσα απ το είναι μου 
με παρασέρνει  με γεμίζει με χτυπά με δέρνει στις όχθες του
 και η γή εκεί να λογομαχώ με την ύπαρξη σου 
να λέω μια φορά ακόμη μια φορά
 μόνο μαζί σου 
μια φορά

Σάββατο

Θέλω έναν φόβο να τρομάξει την ύπαρξη μου

στα σίγουρα χέρια
Στην όχθη 
Εκεί που δεν έρχεται η ορμή στα σίγουρα
εντάξει πόσο μπορείς να σε μισείς που δεν μπορείς να γλύψεις τα χείλια σου και  δροσιστείς 
εντάξει πόσο μπορείς να σε μισείς που δεν αντέχουν πια τα πλεμόνια σου να κολυμπάς στο αντίθετα στο ρεύμα 
πιες ένα τσίπουρο διπλα του 
  καθώς το βλέπεις να κυλαει χτυπώντας στους βράχους να αφρίζει είναι σαν παλεύεις μαζί του άσε το παρελθόν δεν είναι δικό σου λάθος 
η μέση τσάκισε
 τα δάκτυλα γυραν  πάνω απ την γόπα
  τα χείλια κόλησαν στο γυαλί 
μην το παλεύεις 
¨¨δεν έχεις ούτε γήρας ούτε νιότ稨 λέει ο Έλιοτ
Σακί ριγμένο στην όχθη λίγο ψηλά δεν τα αγγίζει το ρέμα 
Απλά η εταιρεία ηλεκτρισμού πρέπει να αφήσει λίγο ακόμη νερό  να τρέξει 
Ίσως ταξιδέψει ξανά 
Τώρα στην όχθη κοιτάτε σαν να το κουνά λίγο ο αέρας 
Ο αέρας 
Σαν ένα σφίξιμο που γεναει  μια ζωή 
Σαν μια σταγόνα  η δυο ,που πέφτουν από ψηλά και κάνουν τα  φύλλα της ερήμου να  πρασινίζουν για λίγο 
Θέλω έναν φόβο να τρομάξει την ύπαρξη μου 
Κατεβαίνω αθόρυβα τα σκαλιά το πρωί μήπως ο ταχυδρόμος έφερε κάτι συνταρακτικό
Προσπαθώ να παραδοθώ 
Λίγες κουβέντες  ουσιαστικές !!! για προβλήματα που υπάρχουν, ειδήσεις, τα χρήματα ,        
 το ενοίκιο 
Δεν γερναει ο άνθρωπος δεν ωριμάζει αυτός οι σκιές που τον σκεπάζουν γίνονται μεγαλύτερες
Άκου ένα τραγούδι  μάνα σ αναφέρω πρώτη φορά να ξέρεις εμένα δεν θα με σκεπάσουν σκιές 
Δεν ξέρω αν σε στεναχωράω 
Όπου και να είσαι το μωρό σου ποτέ δεν πρόκειται να γίνω 
Τον πατέρα το ξέχασα  δεν υπήρξε απλά
Και συ ένας καφές απόγευμα στον κήπο 
Για μένα ;;
Όχι για σένα 
Και γω ένα κείμενο που δεν γράφτηκε 
Ένα μάγουλο που δεν βράχηκε
Μια μαϊμού ανάμεσα στις τίγρεις
πόσο μπορεί να φοβόσαστε
 τα άγγιγμα 
αλήθεια φοβηθήκατε ποτέ 
το χτύπημα;;
ναι το χτύπημα καθώς σκας στον πάτο το σκέφτηκες ποτέ αυτό;;

είχα ένα φίλο κάποτε






αράζεις τώρα σε μπαράκι μακρινό


λες και δεν μπορώ να δω 

τις τρύπες στον λαιμό




παίρνεις τώρα απ αλλού τα δανεικά 

τα όνειρα τα πλαστικά 

για να βρεις ομορφιά




του φάγε μάτια και αυτιά 

και δεν πολύ μιλάει

ξέρω εγώ τι να ναι αυτό

είναι της πρέζας το κακό



Θυμάσαι τότε; πίσω από τον σινεμά

την μικρή την Αθηνά

με τα κατάξανθα μαλλιά;;




τα δυο της μάτια μου πες πως θα ναι η ζωή

λάμπουν σαν θάλασσα μικρή 

σαν έρθει η Κυριακή 




του φάγε μάτια και αυτιά 

και δεν πολύ μιλάει

ξέρω εγώ τι να ναι αυτό

είναι της πρέζας το κακό

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟ https://youtu.be/OkfrvxcAHrQ




μου πε ο Παύλος ένα βράδυ δανεικιά έχεις φωνή
και hω βάλθηκα να βγάλω την κραυγή

οι ψυχές σαν τις δικές μας δεν πεθαίνουν μοναχές
ήρωες θύματα και θύτες έχουν πληγές

ρεφρέν
Τώρα ο Παύλος έχει φύγει με ενα μπλούζ την Κυριακή
σε ένα δέντρο τυλιγμένος να καρφώνει στην πληγή


τα τραγούδια που σου γράφω τα κλειδώνω φυλακή
μη και βγουν και μαρτυρήσουν για την άκλειστη πληγή


ρεφρέν
Τώρα ο Παύλος έχει φύγει με ενα μπλούζ την Κυριακή
σε ένα δέντρο τυλιγμένος να καρφωνει στην πληγη


στιχοι: Αλεξανδρος Δανιηλιδης (dano zentikes)
μουσικη :Αλεξανδρος Δανιηλιδης (dano) -rhino






Πέμπτη

το μελι

Είμαι το μέλι της   ζωής σου
Είμαι η πανσέληνος  να κοιτάζεις το είδωλο σου στη λίμνη
Σταλιά  δροσιάς στην έρημο σου
Είμαι η μουσική που διαχέει το χώρο σου
Μια κραυγή που οδηγεί την ύπαρξη σου
Δεν υπάρχω στ αλήθεια άπλα  υποβόσκω στις παρυφές της  ανάσας σου άπλα εκεί να γεύομαι την μυρωδιά της
Σύννεφα  και χρώματα καθώς κατεβαίνω την σκάλα
Μια ιστορία για νεράιδες που μαγεύουν με οδηγεί
Αιγύπτιοι θεοί με παρασέρνουν στα νερά τους
Αλλά θα σου πω  κάτι το βλέπω αλλιώς εγώ μωρό μου
Σκλαβωμένος και αν είμαι  στα ματιά σου
 βλέπω τα μαύρα στις κορνίζες
βλέπω τα μαύρα στις κορνίζες
κρεμασμένος με την γλώσσα έξω απ τα δόντια
χωρίς κανέναν λόγο να αισθάνομαι έξαρση
εκεί ψηλά στο ικρίωμα
κοιτώ το δάσος έξω απ το τείχος που έχρισα με την ζωή μου
κατά μήκος του ποταμού  πλένουν τα ποδιά τους  γυμνόστηθα κορίτσια
αγαπητέ κύριε  που σε σένα εναποθέτω την ψυχή μου
ποτέ δεν σε γνώρισα ποτέ δεν  έκανα παρέα μαζί σου
ξερέ πως αυτή δεν σε πιστεύει
είναι αυτόνομη και σαν πεταλούδα
κι αν ζει μια δυο μέρες έχει να επιτελέσει ένα έργο μεγαλύτερο απ το δικό σου
και γώ μάλλον  θα κατεβώ να πιάσω απ τα ακροδάχτυλα  ένα κορίτσι που πλένετε στο ποτάμι
θα κυλιστώ μαζί του στα  σαπισμένα φύλα
θα βυθίσω τις ρίζες μου στο νοτισμένο  χώμα της
αν είναι να σβήσω ας με φάνε τα σκουλήκια της

Παρασκευή

υπαρκτό και ανύπαρκτο

Δεν  μπορώ να σε δω
Όσο και αν γέρνω την καρέκλα μου δεν μπορώ να σε δω στο άνοιγμα της πόρτας
Ένα λάθος που έγινε κάτι που δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς
Εγκλωβισμένος στο αδύναμο κορμί μου και στο δυνατό μυαλό μου
Ένα μπλουζ να κρέμεται στα χείλια μου
Είσαι η μοναξιά του
η φυγόκεντρος που ωθεί να ντεραπάρω
σε ζηταω όταν κλείνω τα  βλέφαρα
τραβώντας με δύναμη το χειρόφρενο
περπάτησα ένα γύρω να δω τι παίζει
έξι επτά τύποι  έπαιζαν στα ζάρια το μέλλον μου
δεν είδα άλλο
κεντράρισα καλά τον ένα που κέρδιζε
χρειάζομαι τα λεφτά
το χέρι μου μάτωσε ξανά και ξανά
τα πλευρά μου ράγισαν
τα στήθια
τα στήθια   βράζουν
ακουμπισμένος κάτω απ την γέφυρα  μετραω  δυο για μένα ένα γιαύτους που κοιμούνται παραπέρα
η ζωή μου γίνεται σύνορο με την φαντασία

υπαρκτό και ανύπαρκτο

Μια μετέωρη νότα να κρέμεται στο αφρό του νερού όταν κτυπάει στα βράχια Κρέμεται για λίγο στα υγρά χορτάρια   και ύστερα ξανά με το σύ...