Παρασκευή

ΤΕΤΡΑΔΙΑ!!! (Α)





Προς κάθε ενδιαφερόμενο:
¨¨ Καλησπέρα
Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω να σου λέω τι αισθάνομαι για σένα, απλά είναι στιγμές που γεμίζει γεμίζει το είναι μου από σένα και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο ,γίνομαι σαν αυτούς τους ανθρώπους που πηγαίνουν στο πόλεμο και εκείνη την στιγμή, την στιγμή τους .Τότε δηλαδή που μπορεί να διαλέξουν την ζωή τους με την γυναίκα και τα παιδιά τους, αυτοί καρφώνουν τα μάτια στην σημαία που είναι μπροστά τους και διαλέγουν τον θάνατο, καθώς κάποιος παρανοϊκός
διορισμένος με σύμβαση θανάτου διατάζει έφοδο.
Αλλά εσύ πρέπει να ξέρεις ,ίσως και καλύτερα από μένα ότι δεν είσαι θάνατος μάλλον είσαι η ζωή .
Ανάποδα μάλλον έπιασα το θέμα αυτό που θέλω να σου πω είναι
Παρόλα όσα πολύ καλά ξέρεις ότι περνάω ,εσύ με κανείς να θέλω να ζω ,πρέπει να σου πω έχω πολύ μα πολύ δύναμη μέσα μου που πηγάζει από σένα και αυτό με κάνει να αντέχω…¨¨
Ξαφνικά όπως άναψε το απόγευμα έτσι ξαφνικά η λάμπα έσβησε
Ξαπλωμένος στο αχυρένιο στρώμα δεν κουνήθηκε, έκλεισε απαλά με το μυαλο του το τετράδιο που είχε εκεί μέσα και μετά περπάτησε λιγάκι μέσα στο μετωπιαίο λοβό μέχρι να φτάσει στην Μνήμη
εκεί έψαξε ανάμεσα σε κάτι χαρτιά περιτυλίγματος , ήταν πολύ επιλεκτικός στην διαλογή τους ξεχώρισε δυο, κράτησε το ένα και με αυτό έντυσε το τετράδιο που κρατούσε, μετά πολύ απαλά το τοποθέτησε με τα χιλιάδες αλλά που υπήρχαν εκεί.
Βγήκε απ την Μνήμη και απ τον ίδιο δρόμο γύρισε πίσω .
Ανακάθισε στο στρώμα σαν να έψαχνε κάτι τράβηξε απ αυτό δυο μεγάλα άχυρα και άρχισε να τα πλέκει τα έκανε ένα μικρό βραχιόλι
και με ένα μαγικό τρόπο κοιτάζοντας το στο σκοτάδι το έβαψε με το χρώμα που είχε το περιτύλιγμα στο τετράδιο του το πέρασε στο χέρι του μαζί με τα αλλά που υπήρχαν εκεί, έτσι θα θυμόταν σε ποιο ράφι το είχε βάλει .
Στα σκοτεινά έψαξε τις σαγιονάρες του.Τις βρήκε. Εβαλε το λουρακι της σαγιοναρας αναμεσα στο μεγαλο δακτυλο και τον παραμεσο ,σαν να φοραγε ένα δακτυληδι η ακομα καλυτερα σαν να εκανε ερωτα.
Ήταν και αυτό μια αίσθηση που είχε μείνει από τότε που είχε κάποιον.
Από αμηχανία άρχισε να ξύνει το μούσι του πρώτα στο πηγούνι μετά στα μάγουλα .Λες και όσο ποιο δυνατά έξυνε τα μαγούλα μαζί με τον πόνο θα ερχόταν και κάποιος δικός του να τον αισθανθεί να τον μυρίσει να τον αγγίξει.
Σηκώθηκε.
Από το παράθυρο ερχόταν ένα αχνό φως .
Ήταν η ώρα.
Πήγε στο παράθυρο σήκωσε ψηλά τα χέρια με τα βίας έφτανε το πρεβάζι.
Χαμήλωσε τα γόνατα έκλεισε τα μάτια
Εκπνοή
Πήδησε
Το αριστερό χέρι ξέφυγε και το άγριο πρεβάζι του γρατσούνισε το καρπό αλλά το δεξί άρπαξε γερά το κάγκελο και κρατήθηκε εκεί
Σιγά έφερε το πονεμένο αριστερό και έπιασε το άλλο κάγκελο.
Τράβηξε δυνατά μέχρι που έφερε το πρόσωπο στο παράθυρο
Ήταν εκεί.
Πόσο θα ήθελε να της δώσει να της δείξει τα τετράδια του,να την αφήσει να περιεργαστεί τα ντύματα.
Με ένα άσπρο νυχτικό, έτσι του φαινόταν , ήταν εκεί.
Στην βεράντα
Τράβηξε τα χέρια του δυνατά και κόλλησε τα το πρόσωπο στα κάγκελα της φυλακής να δει καλύτερα ,έτρωγε κάτι από ένα μπολ και μετά έβγαζε κάτι απ το στόμα της και το άφηνε σε ένα τασάκι.
Κεράσια

Δεν υπάρχουν σχόλια: