Τετάρτη

τσι τσι τσιιιιιι τσι τσι τσι τσιιιιιιτσσσσστττσσσσσσιιιιιι


Ξημερωνε

Ετσι που ηταν σκυμενος πανω στο pc λιγοστο το φως.Δεν το καταλαβαινε.

Συνηθιζε να αναβει μονο το φως του αποροφητηρα και μεσα στο θαμπο φως του να ακουμπαει διαφορα κερια ετσι ,σε διαφορα μερη ,διαφορα κερια.

Ρεσω ,αντικαπνικα ,αντικουνουπικα ,κερια που περισεψαν από καποια ανασταση και τα βρηκε πεταμενα από τον προηγουμενο σε καποια ντουλαπα.

Δημιουργουσαν μια γροτεσκο ατμοσφαιρα όπως ειχε το καθενα τον δικο του τροπο καπνισματος .Ναι και αυτος ειχε το δικο του τροπο καπνισματος,μονο που τα κερια όταν τελειωναν δεν καιγαν το μουστακι τους απλα σβυναν .

Ετσι και τωρα σχεδον μεθυσμενο τον εβρισκε το ξημερωμα σκυμενο πανω στο pc να γραφει κατι που ποτε δεν τελειωνε στο λιγοστο φως που εβγαζε τζιριζωντας ένα κερι που ελιωνε διπλα του

Επιασε το ποτηρι που ηταν ακουμπισμενο μπροστα του.Αδειο.κουνισε το κουτι με την μπυρα που ειχε διπλα,αδειο .Σηκωθηκε και πηγε προς την κουζινα βρηκε ένα μπουκαλι κοκκινο κρασι ,εβαλε λιγακι στο ποτηρι το κυλησε λιγακι στα τοιχωματα του και το δοκιμασε ,καλο.Πηρε το μπουκαλι μαζι με το ποτηρι και εκανε προς το pc

Πρωτα το ακουσε

τσιι τσιιιιτστς τα τστσιιι τσιιιιιι τστς τσ

και μετα το ειδε,κοντοσταθηκε.

Μαζι με το πρωτο φως που ξεφευγε από τον ψηλο τοιχο απεναντι του ,ειχε κατεβει και ένα πουλι,τσιμπολογαγε κατι στην αυλη του .

΄΄Τα φυστηκια΄΄ σκεφτηκε,του ειχε πεσει ένα σακουλακι και οσα δεν μπορεσε να μαζεψει τα εσυρε με την σκουπα εξω απ το δωματιο .Λυγισε τα γονατα και εκατσε πανω στα ποδια του ,εκει στην μεση του δωματιου.

Τσιμπολογαγε απ εξω ,καταμαυρο μονο η βαθεια κιτρινη ,κεχρημπαρενια μυτη του φαινοταν να πηγενει πανω κατω

Παιδι χωριου παντα ειχε ένα ιδιετερο δεσιμο με τα ζωα ποτε αγαπωντας και ποτε τυρανωντας τα

Θυμηθηκε ποτε αρχισε να καταλαβαινει

Ειχε γυρισει απ τον στρατο στο πατρικο του ,ειχε φτιαξει καφε και καθοταν μπροστα στο σπιτι στην σκια μιας μεγαλης ροδακηνιας που κοντευε να πεθανει ορθια, γεματη ρετσινια η κατι τετοιο η αρωστια ειχε μπει μεσα της και την κατατρωγε ,δυο κλαδια της ειχαν μενει να βγαλει καρπο και ειχε βγαλει και στα δυο μερικα ροδακινα που τα περισοτερα δεν μπορουσε να κρατησει και ειχαν απλωθει στην αυλη .

Γεματος θυμο για την ζωη καθοταν και καπνιζε συνοδευοντας το καφε μεχρι που καποιο σπουργιτης ηρθε και εκατσε στο ένα κλαρι .

Τιτιβιζε και τσιμπολογαγε κανα αγουρο χαλασμενο ροδακινο ετοιμο να πεσει.

Ετσι και αυτος πηρε από κατω ένα χαλασμενο αγουρο ροδακινο και το πεταξε χωρις να σημαδευει χωρις να σκεφτει.

Λες και ηταν ένα στρατιωτακι που λες σε νικησα και το γερνεις στο δαπεδο ,ετσι επεσε μπροστα του ο σπουργιτης.Τον πηρε στα χερια.

Δεν το πιστευε

Εκει χερια του ηταν νεκρο

Χαιδεψε το κεφαλι του και αυτό εγυρε από την χουφτα του και αιωρηθηκε σαν εκρεμες

Γεμισαν το προσωπο του ,τα μαγουλα τον λαιμο του

Εκλαιγε σαν παιδι που του εσπασε η αγαπημενη του κουκλα

Ο θυμος εφευγε και ερχοταν το γιατι

Εβγαλε τα ρουχα του και τα εκαψε στην αυλη

Δεν ξαναπηγε στο στρατο

Το πληρωσε

Αλλα μπορουσε να καθετε εδώ πανω στα ποδια του και να κυτα το κοτσυφι να τσιμπολογαει τα φυστηκια του

Δεν τον φοβοταν

Τον κυταζε

Σχεδον ηταν μπροστα του

Τσ τσιιιι τστς τσι τσι τσιιιιιιιιιι

Ετσι όπως ηταν καθισμενος πανω στα ποδια του ηταν λες και ηταν παρεα

΄΄ Παρεα ΄΄ χασκογελασε

φτερουγισαν δυνατα και οι δυο και κρυφτηκαν πισω απ το αγιοκλημα που κρεμονταν στον απεναντι τοιχο……..

2 σχόλια:

η ψυχη μου το ξερει είπε...

Οι ψυχές,Αλέξανδρε,πάντα φτερουγίζουν!Κι όταν τους λείπουν τα φτερά,βρίσκουν τον τρόπο να πετάξουν πάλι...:)

Την καλησπέρα μου!

EKTORAS είπε...

Καλημέρα πλέον φίλε Αλέξανδρε
Είχα καιρό να μπω στο διαδίκτυο και σήμερα επισκέφθηκα όλα τα φιλαράκια. Διάβασα τα τελευταία 3 ποιήματά σου που δεν είχα διαβάσει. Πραγματικά χαίρομαι. Νιώθω οτι κάτι σου δίνει έμπνευση, κάτι πολύ καλό.

Ελπίζω να συνεχίσεις και να ξέρεις οτι εμείς που σ'αγαπάμε σε διαβάζουμε. Όπως λέει και η Vassia (parafyada.blogspot.com), στον κύκλο των ομοίων μας...

Να είσαι πάντα καλά και όλα να σου πάνε όπως τα θες από καρδιάς