Τετάρτη

ΤΙ ΖΩΟ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ!!


I

Σχεδόν έσερνε το αριστερό του πόδι,αλλά συνέχιζε να τρέχει

Πίσω, άκουγε να σπάνε τα κλαδιά καθώς πλησιάζαν οι διώκτες του.Τους άκουγε που μιλούσαν .ήταν αποφασισμένοι να μην αφήσουν κανένα τους ζωντανό.Κύταξε το τραύμα του .

¨Ασχημο φαίνονταν το κόκκαλο να προεξέχει απ την σχισμένη σαρκα.Αργότερα θα το κύταζε καλύτερα αυτό που προέχει ήταν να απομακρυνθεί από αυτούς και να κρυφτεί σε κάποια τρύπα στο δάσος όσο πιο βαθειά γιννόταν μέχρι να νυχτώσει.Ίσως να γλύτωνε,θα γλυτωνε;;Αυτός;; και τα παιδιά;;

Τα φαντάστηκε να παιζουν αμέριμνα στο παχύ χορτάρι και μετά σαν σπασμένες κούκλες να κοίτωνται στο χωμα,νεκρά.

Γύρισε το κεφάλι να καταλάβει που περίπου βρισκόταν.Είχε κάνει έναν μεγάλο κύκλο και τώρα κατευθήνονταν πάνω τους.Έπρεπε να τα πάρει από το λιβάδι και τα σπρώξει στην σπηλιά με τις τρεις τρύπες.Άρχισε πάλι να τρέχει

Γυρισε προς τα πίσω ,δεν άκουγε τίποτα τώρα .Χωρίστηκαν ,σκεύτηκε.

Προσεκτικά και σέρνωντας το πληγωμένο του ποδι όσο λιγότερο γίνονταν

Προχώρησε στο μέρος που είχε αφήσει τα παιδιά του.

Κύταξε γύρω.Κανείς.

Δεν τα βρήκαν.Φώναξε σιγά και αυτά πετάχτηκαν από έναν θάμνο και τρέξαν κοντά του,γυρισαν και πηδούσαν γύρω του ,ψάχναν την μάνα τους .

Αλλά αυτή είχε μείνει στο ρυάκι πεσμένη στην όχθη του ακίνητη μεσα στα αγριολούλουδα που τόσο της άρεσαν .

Τα έσπρωξε στην σπηλιά βαθειά μεσα της και γύρισε στην είσοδο να δεί τι γινόταν .

ΙΙ

Σκοτείνιαζε ο ουρανός και μαζί του σκοτείνιαζε και η μέρα.Βούρκωνε ετοιμάζοντας βροχή.Το όπλο στα χέρια μου είχε αρχίσει να βαραίνει όπως και τα πόδια μου που σχεδόν δεν μ ακολουθούσαν πιά.

Έφτανα στην κορυφή,παραμέρισα κάτι κλαδιά που είχαν πέσει στο μονοπάτι,όταν τον είδα.

Έγλυφε το ποδι του στην είσοδο μιάς τρύπας στον βράχο και δεν με κατάλαβε από πριν. Δεν απείχε πανω από τέσσερα μέτρα από μένα.

Με είδε.

Στύλωσε όσο μπορούσε τα πόδια του και μου έδειξε τα δόντια γρυλίζοντας.

Πρώτη φορά έβλεπα Λύκο από κοντά.Ακόμη και τώρα ,χτυπημένος δεν έχανε την αρχοντιά του.

Μια δυό σταγόνες με χτύπησαν στην αρχή και μετά άνοιξαν οι ουρανοί.

Δεν κινήθηκε με κύταζε μέσα από το πέπλο της βροχής.

Άστραψεκαι σαν είδα ένα ίχνος ανυσηχίας στα μάτια του.Κάτι κουνήθηκε δίπλα του.

Χωρίς να με αφήσει από τα μάτια του έβγαλε ένα διαφορετικό δυνατό γρύλισμα.Κάτω από τα πόδια του πρόβαλε ένα κεφαλάκι.Χαμήλωσε το κεφάλι του και ξαναγρύλισε.Το λυκάκι γύρισε πάλι στο βάθος της τρύπας.

Κατάλαβα την ανυσηχία του,δυο μήνες τώρα που γέννησε η γυναίκα μου και πεταγόμουν με το παραμικρό κάθε βράδι.

Σκέφτηκα την γυναίκα μου νεκρή σε ένα ρυάκι και εμένα να προσπαθώ να υπερασπίσω τα δύδιμα.Κοπήκανε τα πόδια μου.

Δυό κεφαλάκια πρόβαλαν αυτήν την φορά,στην είσοδο της σπηλιάς.

Ο Λύκος γρυλισε προς τα εμένα αυτή την φορά και μου έξειξε πάλι τα δόντια.

Έκανα σιγά σιγά δυο βήματα πίσω και άφησα το όπλο να πέσει στο βάθος της χαράδρας διπλα μου.

Γύρισα να φύγω.

Τι ζώο και ο άνθρωπος!!Αφήνει σπίτι γυναίκα παιδιά.

Για να πάει να σκοτώσει γυναίκες παιδιά , να χαλάσει άλλων ζώων τα σπίτια.

Έτσι για το κέφι του

2 σχόλια:

"Η" είπε...

.......κλαιω.....
παλι..

τι να πω

zentikes είπε...

καλησπερα Διονη
................εεεελαααα
........μην χλαιςςςςςς