Δευτέρα


Τ΄ Αμονι


Ξενιτεμένος στο μεγάλο βρεγμένο δρόμο αναζητώντας στα σκουπίδια
το αύριο της ψυχής μου
Βασανισμένα μινόρε ακούγονται απ το πουθενά
έρχονται και τρυπώνουν στη συγχορδία του μυαλού μου, κάνοντας
πιο αόριστη την μελωδία του είναι μου
Μονότονα τα ίσα
τα σπάζουν −παιδικά βήματα που παίζουν κουτσό στο πλακόστρωτο−

σαν χτυπήματα της τάβλας

Κι η σκέψη;;
Ρέει στις φλέβες, διατρέχει τα τριχοειδή, αναβαπτίζεται στο στομάχι με ριπές οινοπνεύματος και σκάει σαν άγριο κύμα στους κροτάφους
Η ζωή που έζησα που ζω και που θα ζήσω ξεσηκώνεται
Λέει ,Όχι

Φωνάζει, Μη

Πυρετός

Ιδρώτας

Τρέμουλο

Μονότονα τα ίσα

Σαν τα χτυπήματα του σιδερά στ αμόνι
Και μετά η φωτιά, το πύρωμα και μπαίνει μέσα μου το σίδερο
κόκκινο καυτό και μόλις φτάνει στην καρδιά σφηνώνει, παγώνει

γίνεται ένα μ αυτήν

Και θέλει ξανά φωτιά να πυρώσει για βγει

Λέξεις με νοήματα που δεν τα γνωρίζω έρχονται και με ζεσταίνουν

Κι αν ο στύλος μπορούσε να γράψει όχι απ την μύτη

θα ήθελα

το βέλος που πετάγεται από την ψυχή μου, να μην το πιάσεις
Καρφωμένο βαθιά μέσα σου θα μάθαινες να βλέπεις, χωρίς να είσαι εδώ

τα χρόνια να περνούν

τα αισθήματα να γερνούν

Σύννεφο της γης από καρδιά σπασμένο κοντρόλ μηχανής – ανθρώπου

Ακροβατώ στην ακτίνα του ήλιου, πεθαίνοντας από την υπεροχή της ακτινοβολίας

Και ζωή παίρνω απ το φως

Δεν υπάρχουν σχόλια: