Παρασκευή
Τετάρτη
ΜΥΝΗΜΑ ΑΠΟ ΨΥΛΑ

Μίλια αέρα προσκυνούν τον φόβο
ΟΧΙ
Τώρα ακούγονται καλύτερα
παραμύθια σε κόκκινο από αίμα στόμα
καθαρή συνείδηση
ρόδα που τραβά και ξεσκίζει τα μέλη μου
μικρομάνα πού κόβει απ το βυζί το τέρας της αγάπης της
επιτήδειος παρατεταμένος ο αποχωρισμός
σκύλος ο θρήνος
οι συνέπειες στο βάθος του πηγαδιού τρεχούμενο ψιθύρισμα στο στήθος
Σκιά ποδιού αράχνης πλησιάζει τις ερηνίες του μυαλού μου
Υψηλές ιδέες;;;;;;;;;;
Σφαχτάρια στα τσιγκέλια του ουρανού
Οι Εστεμένοι κοιτούν τα σύνορα μες απ τα ερείπια
θερμή αναπνοή πουτάνας τα λόγια τους
ΜΥΝΗΜΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ
Δεν διατάζουμε εμείς
Ο ΘΕΟΣ
ΣΚΟΤΩΣΤΕ
Δεν βλέπω άλλο
έμονη ιδέα σε κυλοτίτσες που στεγνώνουν στην αυλή
Νεαρές γεννημένες με το γέλιο
σκοντάφτω στην κάθε τους λέξη,πληγώνω τα πόδια στον δρόμο
θραύσματα απο κουτιά μπύρας στο μυαλό μου
Πρόκληση στον κρεμασμένο
Δεν διατάζουμε εμεις
Ο ΘΕΟΣ
Σκοτώστε ,βιάστε, φέρτε μας νίκη
Εστεμένοι με τα μαβιά του θάνατου τσίνορα
μοιάζω για φονιάς;;;
ζωντανός;;;;
πεθαμένος;;;;;
αθάνατος;;;;;;;;
Κλωτσιά στο σώμα .
Οσο πιό ψηλά τόσο ελεύθερα αναπνέω
Κυριακή
ΚΥΡΙΕ!!!

παίρνω το θάρρος να σου μιλήσω
Κύριε!!μπορείς να μ ακούσεις;;
Ω θεέ μου μπορείς να με δείς;;;
μπορείς να βρεις ένα μέρος που να μην υπάρχει πιο ψηλό;;
μπορείς να μ ανεβάσεις σε λόφο που να μην φτάνει το ψέμα;;
εδώ αρχίζει το τραγουδάκι
φέραμε βόμβες που δεν κάνουν θόρυβο μόνο σκοτώνουν
φέραμε πυραύλους που δεν μολύνουν το περιβάλον αλλά σε λυώνουν
Ήρθαν ναύτες στο λιμάνι
Ήρθαν ναύτες στο λιμάνι
και εμείς με τις καλτσοδέτες φέρνουμε τα νέα
Η μαιμού ανέβηκε στον θρόνο της
ήρθε η ώρα για το γεύμα της
καλοκουρντισμένα στρατιωτάκια και δάσκαλοι
σερβίρουν
παιδικά μυαλά και κόκκινα μήλα
τις καρδιές αδικοσκοτωμένων ποιητών
χαχαχαχαχαχαχαχα
Ω στα αλήθεια αυτή είναι η καλύτερη παράσταση
Παρασκευή
Η φυση εκδικειται!!!!

Κατά κύματα ερχόταν τα κελαηδίσματα των πουλιών, δίπλα απ’ το ρυάκι.
Τόση ώρα ξαπλωμένος στο ένα πλευρό χωρίς να κουνιέμαι καθόλου.
Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τίποτα άλλο, εξόν από τους ήχους των πουλιών, που σαν από στερεοφωνικό, έρχονταν ως τ’ αυτιά μου.
Σήκωσα λίγο το κεφάλι να δω τους άλλους.
Απόλυτη ακινησία. Είχαν κρυφτεί καλά, έτσι έπρεπε.
Εγώ όμως είχα πάρει την καλύτερη θέση.
Είχα τον απόλυτο έλεγχο.
Έπιασα το όπλο δίπλα μου, χάιδεψα την ξύλινη λαβή του, απαλή σαν βελούδο η αφή. Μου έστειλε ο αδερφός μου απ’ την Αμερική.
Εκεί λέει σκότωναν αληθινά ζώα, όχι όπως εδώ τσιροπουλια και κοτσύφια
Περίμενα. Είχε πάρει να χαράζει. Όπου να ναι θα φανούν.
Σκέφτηκα τις προκαταλήψεις των ανθρώπων στο χωριό που καταλύσαμε. Τους ζητήσαμε να μας πουν περάσματα για κυνήγι, κανένας δεν μας είπε για αυτό το μέρος, και τους ρώτησα: “Για την πηγή του κλέφτη γιατί δεν μας λέτε;”
“Μη παιδί μου φώναξε ο καφετζής μην λες τέτοια πράγματα, είναι αμαρτία η μόνη πηγή στο βουνό όλα τα ζωντανά από κει πίνουν. Ανανδρία”
“Μας δείξεις, δεν μα δείξεις παππού, εμείς θα πάμε” του είπα εκνευρισμένος
Το πρωί ξύπνησα κακόκεφος. Θες τα πολλά τσίπουρα, θες το κρεβάτι που δεν με βόλευε, θες τα λόγια του καφετζή; Τώρα όμως, μετά από δυο ώρες περπάτημα και αφού βρήκαμε αμέσως την πηγή, ένιωθα πολύ καλύτερα. Πριν ακόμη χαράξει είχαμε πιάσει θέσεις λίγο πάνω από την πηγή. Σκεφτόμουνα τους φίλους μου στην πόλη και το τσιμπούσι που θα κάναμε με τα θηράματα μου.
‘Η Φύση εκδικείται;’ Τι ήταν αυτό τώρα;
Μια σκέψη. Μια σκέψη μόνο που ξεδίπλωσε την πρωινή μου κακοκεφιά και άρχισε να την επαναφέρει.
Το όνειρο.
“Κυνηγούσα λέει, άγρια άλογα κι είχα πιάσει αρκετά. Τα είχα κλείσει σε μια γερή μάντρα που ‘χα φτιάξει, και μάζευα σιγά-σιγά τα πράγματα μου για να κατεβώ στην πόλη να τα πουλήσω.
Ξαφνικά, καμιά δεκαριά μέτρα μακριά μου, εμφανίστηκε ένας γεράκος με αραιά γένια ερχόταν προς το μέρος μου.
“Καλησπέρα”, μου είπε και φάνηκαν κατακίτρινα τα λιγοστά του δόντια.
Δεν τον καλησπέρισα καν γιατί πίσω του ακριβώς, πάνω στο ύψωμα, είδα τον ομορφότερο επιβήτορα που είχα ποτέ μου αντικρίσει. Γύρισε κι ο γέρος να δει.
“Άστο αγόρι μου, αρκετά δεν έπιασες; Άστο δεν βλέπεις πως κοιτά; Είναι ο τόπος του εδώ, αρκετά έπιασες.
“Κάτσε εδώ παππού, κάτσε και περίμενε, θα γλεντήσουμε άμα γυρίσω, αυτό το άλογο είναι γεννημένο για μένα”
“Καλά αγόρι μου, αλλά να ξέρεις, τίποτα η φύση δεν γέννησε αποκλειστικά μόνο για έναν”
Σχεδόν δεν άκουσα τι μου είπε, άρπαξα τα σχοινιά, κι άρχισα να σκαρφαλώνω στον λόφο. Το πλησίασα μια δυο φορές χωρίς να ρίξω την θηλιά. Τον τρόμαζα, λίγο-λίγο, ίσα για τον σπρώξω σε ένα αδιέξοδο πέρα στους βράχους, όπου θα τον έπιανα εύκολα όπως και τα άλλα πρωτύτερα. Σχεδόν τα είχα καταφέρει, τον είχα στο αδιέξοδο κι ετοιμαζόμουν να ρίξω την θηλιά. Ήμουν τόσο αφοσιωμένος, που δεν πρόσεξα μια σχισμή στο έδαφος μπροστά μου. Στραβοπάτησα και βρέθηκα τρία τέσσερα μέτρα πιο κάτω ανάμεσα στα βράχια.
Ζαλίστηκα, έκανα να σηκωθώ αλλά ένας πόνος δυνατός με κράτησε ακίνητο. Μια αιχμηρή πέτρα είχε σφηνωθεί στα πλευρά μου, μερικά αισθανόμουν ότι είχαν ήδη σπάσει απ’ το πέσιμο. Χωρίς βοήθεια ήταν δύσκολο να σηκωθώ, πόσο μάλλον να βγω από την τρύπα που είχα πέσει. Ανακάθισα ελαφρά, αλλά ο πόνος έγινε δυνατότερος.
Τότε άκουσα ένα θόρυβο, πάνω ψηλά. Το άλογο, σκέφτηκα, είδε που χάθηκα και γύρισε να δει από περιέργεια
“Γεια σου αγόρι”, άκουσα την φωνή του γέρου
Ο πιο γλυκός ήχος σκέφτηκα.
Σήκωσα με κόπο το κεφάλι να κοιτάξω και είδα τον γερο να ταΐζει ένα καρότο στο άλογο, που ‘γεννήθηκε για μένα’.
“Στο είπα, η φύση τίποτα δεν γεννάει για έναν”. Καληνύχτα.
“Στάσου γέρο που πας; Τι θα γίνω; γέρο, στάσου”
Φώναξα, έβρισα, έκλαψα, μέχρι που σηκώθηκα μούσκεμα στον ιδρώτα”
“Αηδίες” φώναξα δυνατά. Θα βρω το καφετζή μόλις γυρίσω και θα του πω δυο λογάκια, σκέφτηκα.
Πλησίαζε, είχε και δυο μικρά μαζί της ,ακόμη καλύτερα. Τέλεια, θα χτύπαγα πρώτα τη μάννα και μετά το μικρό δεξιά της .
Σημάδευα.
Στήριξα καλά τα πόδια πίσω και τίναξα το δεξί μου πόδι να φύγει από ένα κλαδί που με αγκύλωνε, τίναξα το πόδι ξανά. Ένα θρόισμα ακούστηκε κάπου δίπλα. Κοίταξα Είχα τρομάξει ένα φίδι και έφευγε σούρνοντας για να μην γίνει κορδέλα για το γείσο του καπέλου μου
“Έχε χάρη, που ήρθα για άλλο πράγμα εδώ, του σφύριξα” .
Κοίταξα από το σκόπευτρο, λίγο ακόμη. Τα πόδια μου είχανε μουδιάσει από την ακινησία τόση ώρα και το μούδιασμα έφτανε στη πλάτη μου
Λίγο ακόμη, βαθιά αναπνοή, ισορροπημένη εκπνοή, και το καλύτερο ελάφι στο καπό του αυτοκίνητου μου.
Τίποτα
Ανασήκωσα το κεφάλι για να βολέψω το δάκτυλο στην σκανδάλη.
Τίποτα.
Τίναξα τα πόδια μου δυνατά να σηκωθώ.
Τίποτα.
Μια φλέβα τινάχτηκε στο αριστερό μου μάγουλο.
Το φίδι…
‘Η φύση εκδικείται’ σκέφτηκα έντρομος ενώ άρχισε να μουδιάζει το μυαλό μου
Τρίτη
ΣΗΜΑΔΙΑ
Σημαδια πεταμενα στο πατωμα οι λεξεις σου
Σουρνωνται να μ ακουμπησουν
Παραθυροφυλα κλειστα τα αυτια δεν δεχονται να ανοιξουν πια
Χτυπουν με δυνναμη οι λεξεις και πεφτουν
Στο καληδοσκοπειο των ματιων μου αλλαζεις χρωματα σε κάθε γυρο
Τα σουφρωμα στα χειλη σου γινεται μπλε
Τα χρυσαφογαλαζα ματια σου μωβ
Τα κοκκινα μαλια περνουν το γριζο χρωμα γριας που επαψε εδώ και χρονια να τα βαφει
Τα χερια με τα μακρυα δακτυλα που χουν κοκκινα τα νυχια γινονται φιδια που συστρεφωνται γυρω απ το σωμα σου με μαυρα ματια
Το κορμι
Αχ το κορμι παιρνει την σταση της υαινας ετοιμη να κατασπαραξει το ψοφημι της
Αλλα δεν ειμαι θυμα πια γινομαι θυτης
Παραθυροφυλα κλειστα τα αυτια δεν δεχονται να ανοιξουν πια
Χτυπουν με δυνναμη οι λεξεις και πεφτουν
Σημαδια πεταμενα στο πατωμα οι λεξεις σου
Σουρνωνται να μ ακουμπησουν
Δευτέρα
ΑΥΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΙΑ

Αρχισε παλι να φυσαει μανιασμενα.Σ ένα δωμα καπου στον λοφο Ενας ανοιξε παλι το αεροθερμo΄΄Θα μου ερθει παλι το ρευμα ….και πως τοπληρωνεις΄΄ σκεφτηκε και αναψε τσιγαρο
΄΄εικοσιεξη ο μηνας σημερα ΄΄και το τελευταιο πενηνταρικο το χαλασε για ένα μπουκαλι κρασι και δυα πακετα στριφτα.
_Τριαντα εξη νεκροι και χιλιαδες αστεγοι και τραυματιες από κυκλωνα που χτυπησε το μπαγκλαντες
΄΄δεν είναι να ακους πια ειδησεις΄΄ μονολογει,ψαχνει τους σταθμους.Βρηκε κατι
pink floyd μολις που ακουγονται δεν εχει μπαταριες
I need a dirty woman
Oyoy i need a dirty girl
΄΄Θα της αρεσει το κρασι αραγε;;Σιγουρα..Της αρεσου κοκκινα κρασια΄΄
Από το παραθυρο κυταξε τον θολο ουρανο
΄΄Θα βρεξει.Κυτα κατι αστραπες φωτιζεται ολη η πολη.Ένα δωματιο ολο κι ολο αλλα από θεα σου κοβεται η ανασα..Πλακα θα εχει αυτή η ψιχαλα να μου χαλασει το κουδουνι ετσι που είναι γυμνα τα καλωδια απεξω;;΄΄
Aνοιγει την πορτα η ταρατσα εχει μουσκεψει,το θυρορηλεφωνο δεν λeιτουργουσε και το ενωσε με το εξωτερικο κουδουνι της πορτας του δωματος με δυο καλωδια.
Το δοκιμαζει!
Χτυπαει.
Μπαινει μεσα βρεχει για τα καλα τωρα..
Κυταει από το παραθυρο
΄΄Καλα που δεν ειμαι σε κανα υπογειο΄΄
΄΄Τι ωρα να εινα;;΄΄γυρναει το βλεμα ,τοξυπνητηρι σταματημενο
΄΄Πρεπει να είναι ενια και μιση,στις εννεα δεν σχολαει;;Μπορει να μην προλαβε το λεωφορειο,αλωστε με τετοια βροχη θα είναι όλα γεματα΄΄
Ακουει το ρυθμικο τριξιμο του ασανσερ.Μετραει,τριαντα εννεα δευτερολεπτα για το πεμπτο και καμια εικοσαρια για την πορτα της ταρατσας.Εφτασε στο εκοσι εξη, τριτος δεν είναι αυτή
΄΄Στην κουζινα είναι το τιρμπουσον,σηκωνετε, ας δουμε τι κρασι είναι πριν το προσφερουμε΄΄
΄΄δες μυαλο που το εχουν μερικοι ανθρωποι,γυρνας δυοτρεις φορες κατεβαζεις τις λαβες και πλοπ΄΄
Στριβει ένα τσιγαρο το πακετο μισο<<πρεπει να το ελατωσω>>δοκιμαζει το κρασι
΄΄θα της αρεσει..΄΄
Ντουπ, το ασανσερ
΄΄δεκαπεντε στον δευτερο παει,εξαλου πρεπι να μου χτυπησει το κουδουνι να της ανοιξω΄΄Βγαινει εξω δοκιμαζει το κουδουνι ,κτυπαει,μεσα πεταει την μουσκεμενη γοπα ΄΄χαλασμος γινεται ΄΄μονολογει.
Στο ραδιακι αναγγελει ο εκφωνητης
_η ωρα είναι εικοσι δυο και δεκα πεντε δευτερολεπτα.
΄΄Να κουρδιζα το ρολοι;;μπα είναι αργια αυριο΄΄
Ξαναπινει από το κρασι΄΄αν αργησει και άλλο ατυχησε.΄΄κυταζωντας το μπουκαλι
Ανοιγει ένα τετραδιο
Στιχοι,διαβαζει φωναχτα
«Βαθεια τα χναρια σου αγαπη στην καρδια μου
εχθρος και θανατος η θλιψη που αφηνεις πισω σου φευγωντας
βαδιζω στο ποταμι εχωντας ένα καμακι
καρφωμενο βαθεια στην καρδια μου
μοναξια»
«Ειχαμε και ασχημες στιγμες αλλα παντα ελπιζουμε για το καλητερο,ετσι δεν ειπες ;»
Σχεδον φωναξε και τραβηξε μια μεγαλη γουλια ακομη από το σχεδον αδειο μπουκαλι
«Θαπερασε από το σπιτι της πρωτα»
Παταει το play στο μαγνητοφωνο στην γωνια.Τιποτε.
«Τα φαγες τα ψωμια σου κακομοιρικο»φωναξε αυτή την φορα
Ξαπλωσε στο κρεβατι
Ντουπ
Αρχισε να μετραει.Δεν εφτασε στο εικοσι,τον πηρε ο υπνος
Καπου διπλα το ραδιακι ψυθηρισε
Κυριακή
ΧΡΟΝΟΙ

Σηκωνωμαι απ ο κρεβατι μερα με την μερα σαν οργανο που δουλευει χωρις πραγματικους χρονους
Σαν συκωτι
Καρδια
Ματια
Λογια που απλωνωνται στο στομα χωρις να ειπωθουν και μενουν μετεωρα στο χρονο
Και τι μπορω;;
Τι να κανω
Πώς να σπασω τους τοιχους;;
Πώς να ανασανω;;
Μια κραυγη στα αδεια δωματια
Σαν λυκος στα χιονια να προσπαθει να διωξει το φοβο του
Παιζωντας με τις νιφαδες
Που θα τον θαψουν
Μια πνοη
Ενας τριγμος
Δεν είναι αυτό που …..
Είναι αυτό θα γινει
Και συ;;
Μια ηλιαχτιδα θα μπορουσες ..
Σκονη στο γαλαζιο
Σημερα
και δεν εισαι εδώ
Μιλαω σε ένα αδειο τελος
Σαν τα ποτηρια που σπανε στους τοιχους η μοναξια μου
Βαφουν
Τρεχουν
Και καταληγουν στο πατωμα πινακες που δεν εφτιαξα
Μπορεις να βαλεις εσυ τα χρωματα
Ασπρο μαυρο
Εσυ και εγω
Καταλαβαινω τους ρολους αλλα δεν θελω να τους παιξω
Εσυ και γω και σε μια σε συνεφια
Τα αστερια
Τα αστερια
Τα ευχομαι στα ονειρα και ……..
Λεω δεν μπορει στο τελος θα τα αγγιξω
Μαζι με σενα σε ένα μι διεσι μμινορε
Να βλεπω
Τωρα
Καθαρα
Να ανεβαινεις
Κι αν το αισθανομαι
Χωρις
Να σε εχω γνωρισει
Τι και αυτό εισαι στο μυαλο
Ζεις μαζι μου
κοιμαμαι
Μια μετέωρη νότα να κρέμεται στο αφρό του νερού όταν κτυπάει στα βράχια Κρέμεται για λίγο στα υγρά χορτάρια και ύστερα ξανά με το σύ...
-
Μια μετέωρη νότα να κρέμεται στο αφρό του νερού όταν κτυπάει στα βράχια Κρέμεται για λίγο στα υγρά χορτάρια και ύστερα ξανά με το σύ...
-
Ω ω ουρανέ που σκεπάζεις Τα βουνά Ω ω σύννεφα που έρχεστε τρέχοντας και ρίχνετε την σκιά σας στην Ψυχή μου Ταξιδέψτε μακριά να μεταφέρεται τ...
-
ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟ μου πε ο Παύλος ένα βράδυ δανεικιά έχεις φωνή και hω βάλθηκα να βγάλω την κραυγή οι ψυχές σαν τις δικές ...